Η ίδρυση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων
και η μακραίωνη διαμάχη για την κατοχή του Παναγίου Τάφου

 

Η τελετή του Αγίου Φωτός αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα κορυφαίο θρησκευτικό γεγονός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, για το οποίο χιλιάδες πιστοί προστρέχουν κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ από όλα τα ορθόδοξα κράτη.

Μέχρι το πρώτο μισό του 13ου αιώνα, σύσσωμος ο χριστιανικός κόσμος γιόρταζε το θαύμα και αποδεχόταν την εγκυρότητά του. Παρά το σχίσμα της χριστιανικής Εκκλησίας σε Ανατολική και Δυτική, που έλαβε χώρα το έτος 1054, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθούσε να αποδέχεται την αυθεντικότητα του θαύματος και εκπρόσωποί της συμμετείχαν στην τελετή με κάθε επισημότητα.

Το 1238, όμως, ο Πάπας Γρηγόριος Θ΄, αιφνιδίως και χωρίς να προβάλει κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αποφάσισε με ειδικό διάταγμα να αποκηρύξει την αυθεντικότητα του θαύματος και να απαγορεύσει τη συμμετοχή των Λατίνων κληρικών στη διαδικασία. Έκτοτε, η τελετή διατηρείται αποκλειστικά στους κόλπους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, στην ουσία, αποστασιοποιήθηκε από ένα θαύμα και από μια τελετή στην οποία οι Λατίνοι κληρικοί ουδέποτε κατείχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Επικεφαλής της τελετής, από αρχαιοτάτων χρόνων, ήταν ο Έλληνας επίσκοπος (και αργότερα πατριάρχης) των Ιεροσολύμων, ενώ η γλώσσα που χρησιμοποιόταν ήταν αποκλειστικώς η ελληνική.

O Γάλλος μελετητής του θαύματος, Marius Canard, επισημαίνει ότι, «Ο Ναός της Αναστάσεως και το θαύμα της καθόδου του Αγίου Φωτός το Μεγάλο Σάββατο ήταν στενά συνδεδεμένα με το πνεύμα των Ελλήνων».1

H σχέση που περιγράφει ο Canard είναι πράγματι υπαρκτή και θα γίνει κατανοητή από τη σύντομη αναδρομή μας στην ίδρυση της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.

Η ιστορία αυτής της Εκκλησίας ξεκινά το 33 μ.Χ., αμέσως μετά την Ανάσταση και την Ανάληψη του Ιησού Χριστού. Ιδρυτές της Εκκλησίας υπήρξαν οι μαθητές του Χριστού και πρώτος επίσκοπος της πόλης εξελέγη ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος.


Η Ιερουσαλήμ όπως φαινόταν από το Όρος των Ελαιών, την εποχή του Χριστού. Το σημείο Α υποδηλώνει τη θέση όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, έξω από τα τείχη της πόλης. Στο σημείο Β εικονίζεται ο Ναός της πόλης, ο οποίος χτίστηκε από τον Ηρώδη στη θέση του παλαιού Ναού του Σολομώντος. Μακέτα από το μουσείο Bible Lands της Ιερουσαλήμ.

Οι δώδεκα μαθητές του Χριστού ήταν όλοι Γαλιλαίοι στην καταγωγή –πλην του Ιούδα, ο οποίος ήταν Ιουδαίος. Γαλιλαίος στην καταγωγή ήταν και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος.

O Ευαγγελισμός της Θεοτόκου από τον αρχάγγελο Γαβριήλ έλαβε χώρα στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Εκεί, η Παρθένος Μαρία συνέλαβε τον Ιησού στην κοιλία της εκ Πνεύματος Αγίου. Στην ίδια κωμόπολη ο Ιησούς πέρασε όλη του τη ζωή εργαζόμενος ως ξυλουργός, μέχρι την ηλικία των 30 περίπου ετών. Γι’ αυτό και απεκαλείτο Ιησούς ο Ναζωραίος ή Γαλιλαίος, και ουδέποτε Ιησούς ο Ιουδαίος.

Επί των ημερών του Ιησού η Γαλιλαία δεν είχε καμιά διοικητική ή θρησκευτική σχέση με την Ιουδαία. Ήταν μια περισσότερο κοσμοπολίτικη περιοχή, στην οποία ανθούσαν οι τέχνες και το εμπόριο. Οι κάτοικοί της ήταν πρωτίστως Σύριοι, Έλληνες και Παλαιστίνιοι, και δευτερευόντως Ιουδαίοι, και γι’ αυτό απεκαλείτο «Γαλιλαία των Εθνών» ή «Γαλιλαία των αλλοφύλων».2

Οι δυο κυρίαρχες γλώσσες που ομιλούνταν στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρη την Παλαιστίνη την εποχή του Χριστού, ήταν η ελληνική και η αραμαϊκή (αρχαία συριακή), και πολύ σπανιότερα η εβραϊκή και η λατινική.

Μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου η κοινή ελληνική είχε καταστεί παγκόσμια γλώσσα σε όλο τον αρχαίο κόσμο, από τις μεσογειακές ακτές της Ισπανίας και της Γαλλίας μέχρι τα βάθη της Ινδίας. Το αυτό ακριβώς ίσχυε και για τη Γαλιλαία, και ευρύτερα για όλη την Παλαιστίνη, όπως αναφέρει ο Ολλανδός Καθηγητής Pieter W. van der Horst3 σε μια επιστημονική μελέτη του σχετικά με τις επιτύμβιες στήλες και τις επιγραφές στους τάφους των Ιουδαίων του 1ου αιώνα.4

Ο Γερμανός Καθηγητής Heinz O. Guenther,5 στο άρθρο του «Ελληνική: Η Κατοικία του Πρώιμου Χριστιανισμού», υποστηρίζει πως η ελληνική γλώσσα υπήρξε η πρώτη «κατοικία» του Χριστιανισμού και ότι ήταν το ίδιο διαδεδομένη στη Γαλιλαία, όσο και στην Αίγυπτο ή τη Μικρά Ασία.6

Η Γαλιλαία ήταν, στην ουσία, μια πλήρως εξελληνισμένη επαρχία της Παλαιστίνης και για μια περίοδο τριών αιώνων βρισκόταν υπό την κατοχή των Πτολεμαίων και αργότερα των Σελευκιδών Ελλήνων (332-63 π.Χ.), οι οποίοι κατέλαβαν την ευρύτερη περιοχή αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Η λίμνη της Γαλιλαίας και η πόλη Τιβεριάδα το 1839,
σε λιθογραφία του David Roberts.

Οι κάτοικοι της Γαλιλαίας ήταν φιλικά προσκείμενοι προς τον Ιησού, σε αντίθεση με τους κατοίκους της Ιουδαίας, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ήταν εχθρικοί και ζητούσαν να Τον θανατώσουν.7 Γαλιλαία και Ιουδαία ήταν δύο αντιτιθέμενοι και διαφορετικοί κόσμοι. Το 66 μ.Χ. οι Ιουδαίοι επαναστατούν κατά των Ρωμαίων.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 70 μ.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος καταφθάνει στην Ιερουσαλήμ επικεφαλής 36.000 αντρών. Οι Ιουδαίοι προβάλλουν σθεναρή αντίσταση και επιδεικνύουν σπάνια γενναιότητα και αυτοθυσία, όμως, μετά από μερικές ημέρες πολιορκίας ο Τίτος καταλαμβάνει την πόλη και την καταστρέφει ολοσχερώς. Με διαταγή του ισοπεδώνονται όλα τα κτίσματα, μεταξύ των οποίων και ο Ναός, και η Ιερουσαλήμ μοιάζει κυριολεκτικά να έχει αφανιστεί από τον χάρτη. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο, οι νεκροί των Ιουδαίων ανήλθαν στον αριθμό των 600.000.8

Ρωμαϊκό νόμισμα με την επιγραφή IVDAIA CAPTA , που συμβολίζει την αιχμαλωσία της Ιουδαίας από τους Ρωμαίους. Στην παράσταση διακρίνονται ένας θριαμβευτής Ρωμαίος στρατιώτης και μια Ιουδαία γυναίκα, η οποία θρηνεί την καταστροφή των Ιεροσολύμων, το 70 μ.Χ.

Τρία περίπου χρόνια πριν από τη μεγάλη αυτή καταστροφή, περί το έτος 67 μ.Χ., η Εκκλησία των Ιεροσολύμων και οι μαθητές του Χριστού είχαν ήδη εγκαταλείψει την Ιερουσαλήμ και κατ’ αυτόν τον τρόπο, διασώθηκαν από τη μεγάλη σφαγή. Οι πρώτοι αυτοί χριστιανοί διώκονταν τόσο από τους Ρωμαίους όσο και από τους Ιουδαίους, οι οποίοι προκαλούσαν κυρίως εσωτερικές προστριβές. Ο τόπος που είχαν επιλέξει να καταφύγουν ήταν οι γειτονικές πόλεις της Δεκάπολης και της Περαίας, ανατολικά του Ιορδάνη.

Η Δεκάπολη ήταν μια μεγάλη επαρχία πλησίον της Γαλιλαίας που απαρτιζόταν από 10 ελληνιστικές πόλεις,9 οι οποίες ιδρύθηκαν από τους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες. Ο Σκοτσέζος θεολόγος και συγγραφέας George A. Smith10 χαρακτηρίζει την επαρχία της Δεκάπολης ως «Ελλάδα πάνω από τον Ιορδάνη».11 Από αυτή την επαρχία, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, πολλοί όχλοι ακολουθούσαν τον Χριστό.12

Ανάμεσα στις πόλεις της Δεκάπολης αυτή που δέχτηκε τους περισσότερους χριστιανούς ήταν η Πέλλα, η οποία ιδρύθηκε από τον Σέλευκο τον Νικάτορα, τον ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών και στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η πόλη ονομάστηκε Πέλλα προς τιμήν της ομώνυμης πόλης της Μακεδονίας, που ήταν η γενέτειρα του Αλεξάνδρου.

Προτομή του Σελεύκου του Νικάτορα, ιδρυτή της Πέλλας και της Αντιόχειας.
Ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου. Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο (4ος αι.), σε αυτή την πόλη κατοικούσαν οι περισσότεροι από αυτούς που πίστευαν στον Χριστό:

«Πάντες όσοι επίστευσαν στον Χριστό ως επί το πλείστον κατοικούσαν στην Περαία και στην πόλη Πέλλα που συγκαταλέγεται στη Δεκάπολη η οποία αναγράφεται στο Ευαγγέλιον».13

 

Η Πέλλα γίνεται η νέα έδρα της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, η οποία αποβάλλει τα ακραία ιουδαϊκά στοιχεία και αρχίζει να προσλαμβάνει ελληνικό χαρακτήρα.14 Τα μέλη της Εκκλησίας είναι οι ελληνιστές κάτοικοι της Συρίας-Παλαιστίνης, οι οποίοι στην καταγωγή είναι Σύριοι, Έλληνες και Παλαιστίνιοι, καθώς και ολιγάριθμοι Εβραίοι.

 

Τα ερείπια της εκκλησίας της Πέλλας στην Ιορδανία. Σε αυτή την πόλη βρήκε καταφύγιο η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, για πάνω από 70 χρόνια. Τον Οκτώβριο του 2008, όταν επισκέφθηκα τα ερείπια της εκκλησίας, είχα την εντύπωση ότι βρισκόμουν σε ένα τέλειο φυσικό καταφύγιο. Η εκκλησία ήταν χτισμένη σε ένα βαθούλωμα της γης, αθέατη από μακριά, μέσα σε μια μικρή κοιλάδα.

Η Πέλλα υπήρξε πράγματι το καταφύγιο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, όμως, η πρώτη πόλη στην οποία γιγαντώθηκε η χριστιανική πίστη και η πρώτη πόλη στην οποία οι μαθητές του Χριστού ονομάστηκαν χριστιανοί, ήταν η περίφημη Αντιόχεια,15 η πρωτεύουσα των Σελευκιδών, 400 χλμ. βορείως της Πέλλας.

Όπως γράφει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «πρώτα στην Αντιόχεια ονομάσθηκαν οι μαθητές χριστιανοί».16 Ο Λουκάς, γιατρός στο επάγγελμα, είχε γεννηθεί και σπουδάσει στην Αντιόχεια.

Ο Robert Bevan , αναφερόμενος στη χριστιανική μεταστροφή της Αντιόχειας, γράφει τα εξής:

 

«Οι χώρες πάνω στις οποίες άσκησαν την εξουσία τους οι Σελευκίδες, οι χώρες διά των οποίων διαδόθηκαν η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός, ήταν οι πρώτες χώρες στις οποίες ζυμώθηκε η πίστη του Χριστού. Σ’ αυτή τη βασιλική πόλη ειπώθηκε για πρώτη φορά η ονομασία χριστιανός. Η Αντιόχεια υπήρξε το λίκνο της πρώτης Εθνικής Εκκλησίας».17

 

Μεγάλο μέρος του αρχαίου ελληνικού κόσμου αγκάλιασε τον Χριστό και δι’ αυτού η χριστιανική πίστη εξαπλώθηκε σε όλα τα αστικά κέντρα της Μεσογείου.

Αυτή την εξάπλωση επισημαίνει και ο εξέχων Γερμανός εκκλησιαστικός ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, Hans Lietzmann, ο οποίος το 1936 διακήρυξε στην αίθουσα της Ακαδημίας Αθηνών ότι: «Ο Χριστιανισμός έγινε παγκόσμια θρησκεία μέσω του ελληνισμού».18

Ο ελληνισμός λειτούργησε, πράγματι, ως το άρμα του Χριστιανισμού. Κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων αιώνων τα Ευαγγέλια ήταν γραμμένα αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα, αντιγράφηκαν σε πολλά αντίτυπα και εξαπλώθηκαν απ’ άκρου εις άκρο του αρχαίου κόσμου.

Αυτή την αδιάρρηκτη και αρμονική σχέση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού διέβλεψε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και γι’ αυτό, όταν πληροφορήθηκε από τους μαθητές του Ανδρέα και Φίλιππο ότι κάποιοι Έλληνες ζητούν να τον συναντήσουν, τους απάντησε πως είχε έρθει η ώρα να δοξαστεί:

Ο Ιησούς απεκρίθη εις αυτούς, «Ήλθε η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάννης, 12:23).

 

Ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης, ερμηνεύοντας τον ανωτέρω λόγο του Ιησού, αναφέρει τα εξής:

«Οι θείοι λόγοι του Σωτήρος, όταν του ανήγγειλαν ότι εζήτησαν να Τον δουν Έλληνες, νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου, είχαν βαθιά έννοια· ήταν λόγοι προφητικοί, πρόβλεψη των μελλόντων. Οι εκεί εμφανισθέντες Έλληνες ήταν οι αντιπρόσωποι όλου του ελληνικού έθνους. Εις την παρουσίαν τους ο Θεάνθρωπος Ιησούς διέκρινε το έθνος εκείνο, εις το οποίον έμελλε να παραδώσει την ιερά παρακαταθήκη διά να την διαφυλάξει χάριν της ανθρωπότητος. Από τον πόθο των Ελλήνων να Τον αναζητήσουν, διέκρινε την προθυμία της αποδοχής της διδασκαλίας Του, προέβλεψε ότι θα δοξαστεί από την πίστη των εθνών, και αναγνώρισε το έθνος, που από καταβολής κόσμου ήταν προετοιμασμένο να φέρει εις πέρας τον ύψιστον σκοπόν».19

 

Βεβαίως, ο λόγος του Ιησού «Ήλθε η ώρα διά να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» έχει και μια συνέχεια διά της οποίας διευκρινίζεται πως η Δόξα Του θα επέλθει πρωτίστως από την ίδια τη σταυρική Του θυσία και την Ανάστασή Του, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί και την ταυτόχρονη δόξα που θα του προσφέρουν εκείνοι που ζήτησαν να Τον συναντήσουν.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην πόλη των Ιεροσολύμων.

Την περίοδο 132-135 μ.Χ., οι Ιουδαίοι επαναστατούν για δεύτερη φορά κατά των Ρωμαίων και με επικεφαλής τον Βαρ Κοχβά καταλαμβάνουν την πόλη. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, που ήταν αδίστακτος σε ζητήματα ανταρσιών, έστειλε εναντίον τους τον στρατηγό Σεβήρο ο οποίος κατέστειλε την επανάσταση με μοναδική σκληρότητα, θανατώνοντας χιλιάδες Ιουδαίους.

Μετά την επικράτησή του ο Αδριανός επανιδρύει και χτίζει ξανά την Ιερουσαλήμ υπό τη μορφή ελληνορωμαϊκής πόλης. Επικεφαλής της ανοικοδόμησης ορίζεται ο Έλληνας λόγιος Ακύλας από τη Σινώπη του Πόντου.

Το 136 μ.Χ. η Ιερουσαλήμ ονομάζεται Αιλία Καπιτωλίνα, προς τιμήν του ίδιου του αυτοκράτορα, Αιλίου Αδριανού. Ο Τάφος του Χριστού επιχωματώνεται και από πάνω του χτίζεται ιερό της Αφροδίτης, ενώ στον λόφο της Σιών ανεγείρεται ναός του Διός.

 

Αριστερά, η κάτοψη του ναού της Αφροδίτης που ανήγειρε ο Αδριανός, σύμφωνα με μελέτη του Ιταλού αρχαιολόγου Virgilio Corbo. Ο ναός καταλάμβανε τον χώρο μεταξύ του Γολγοθά και του Τάφου του Χριστού. Πρώτος ο επίσκοπος Ευσέβιος αναφέρει ότι ο Τάφος του Χριστού επιχωματώθηκε για να κατασκευαστεί από πάνω του ο ναός της Αφροδίτης.20 Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο βράχος του Τάφου παρέμεινε ανέγγιχτος, διότι καλύφθηκε από αυτή την επιχωμάτωση. Ο δυτικός τοίχος του ναού της Αφροδίτης έφραζε, στην ουσία, την είσοδο του Τάφου. Δεξιά, αναπαράσταση του συγκροτήματος του Ναού της Αναστάσεως, τον 4ο αιώνα.

Ο Αδριανός, σε μια προσπάθεια να διαγράψει κάθε ανάμνηση της Ιουδαίας, αφαιρεί ακόμη και το όνομά της από τον χάρτη και το αντικαθιστά με το «Συρία-Παλαιστίνη». Επιδιώκει να ξεριζώσει οριστικά τον Ιουδαϊσμό, τον οποίο βλέπει ως μια πηγή συνεχών επαναστάσεων. Με ειδικό διάταγμα απαγορεύει την είσοδο των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ επί ποινή θανάτου και εκδιώκει ακόμη και τους Εβραίους χριστιανούς. Η απόφασή του αυτή ωθεί τον Χριστιανισμό να αποκοπεί ακόμη περισσότερο από τον Ιουδαϊσμό.

 

Μπρούντζινο άγαλμα του αυτοκράτορα Αδριανού, από τον 2ο αιώνα. Βρέθηκε στην κοιλάδα της πόλης Beth - Shean (αρχαία Νύσσα ή Σκυθόπολη), που ήταν μία από τις ελληνορωμαϊκές πόλεις της Δεκάπολης.

Το 125 μ.Χ. ο Αδριανός μεταβαίνει στην Αθήνα όπου συναντά δύο φιλοσόφους, τον Αριστείδη και τον Κοδράτο, οι οποίοι του παραδίδουν τις Απολογίες τους υπέρ της ελεύθερης θρησκευτικής έκφρασης των χριστιανών. Ο Αδριανός αποδέχεται τις εισηγήσεις τους21 και εκδίδει διάταγμα με το οποίο απαγορεύονται οι διωγμοί κατά των χριστιανών άνευ εγκλήματος ή κατηγορίας.

Το διάταγμα αυτό, αλλά και η επανίδρυση της Ιερουσαλήμ με το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα είναι οι δύο βασικές αιτίες που ωθούν την Εκκλησία των Ιεροσολύμων να επιστρέψει το 136 μ.Χ. από την Πέλλα στην Ιερουσαλήμ. Σύριοι, Παλαιστίνιοι και Έλληνες χριστιανοί βιώνουν για πρώτη φορά έστω και μια υποτυπώδη ελευθερία θρησκευτικής έκφρασης, προστατευόμενοι από το νέο καθεστώς του Αδριανού.

Κατά την επιστροφή της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων από την Πέλλα, απαγορεύεται η είσοδος ακόμη και στους λιγοστούς Εβραίους. Από εκείνη την εποχή η Εκκλησία των Ιεροσολύμων προσλαμβάνει καθαρά ελληνικό και εθνικό χαρακτήρα.

Ο Dr. Oder Irshai, διευθυντής του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, επισημαίνει πως η Εκκλησία αυτή, κατά την επιστροφή της, έχει ήδη διαμορφωθεί σε μια Εκκλησία Εθνικών.22

Το ίδιο βεβαιώνει τον 4ο αιώνα και ο Ευσέβιος, ο οποίος αναφέρει ότι πρώτος Επίσκοπος της Ιερουσαλήμ μετά την επάνοδο της Εκκλησίας από την Πέλλα, είναι ο Έλληνας Μάρκος.23

Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος,24 σχολιάζοντας την επάνοδο της Εκκλησίας από την Πέλλα, επισημαίνει ότι, «Η Εκκλησία της Ιερουσαλήμ που επανέκαμψε από την Πέλλα απαρτίστηκε από Έλληνες, διότι στην Πέλλα πραγματοποιήθηκε πλήρης αποκάθαρση των ιουδαϊκών στοιχείων».25

Την ίδια άποψη βρίσκουμε και στον διακεκριμένο Γάλλο φιλόσοφο και ιστορικό Ερνέστ Ρενάν, ο οποίος σημειώνει ότι: «Οι ελληνιστές χριστιανοί σχημάτισαν μια ομάδα στην Αιλία (Καπιτωλίνα), υπό την ηγεσία κάποιου Μάρκου… Από’ δώ και πέρα η Εκκλησία της Ιερουσαλήμ είναι αποκλειστικά ελληνική∙ οι επίσκοποί της είναι όλοι Έλληνες, όπως έλεγαν».26 Ο ελληνικός αυτός χαρακτήρας, που διατηρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων, επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο το Άγιο Φως, από τα πρώτα χρόνια μέχρι και σήμερα, εξέρχεται και διαμοιράζεται από τα χέρια του Ελληνορθόδοξου πατριάρχη.

Ας περάσουμε, όμως, τώρα στον ίδιο τον Ναό της Αναστάσεως στον οποίο έλαβε χώρα για πρώτη φορά η τελετή του Aγίου Φωτός.

Δύο αιώνες μετά την περίοδο του Αδριανού, το έτος 313, ο Μέγας Κωνσταντίνος υπογράφει το διάταγμα των Μεδιολάνων, με το οποίο θεσπίζεται η αρχή της ανεξιθρησκίας. Για πρώτη φορά ο Χριστιανισμός νομιμοποιείται και τίθεται υπό την προστασία του αυτοκράτορα.

Το 326, η μητέρα του αυτοκράτορα, Αγία Ελένη, σε ηλικία 78 περίπου ετών, μεταβαίνει στην Ιερουσαλήμ και διεξάγει μεγάλης κλίμακας ανασκαφές, οι οποίες φέρνουν στο φως τον βράχο του Γολγοθά, τον Τάφο του Χριστού και τον Τίμιο Σταυρό.

Κατ’ εντολή του υιού της, η Αγία Ελένη ανεγείρει τον πρώτο Ναό της Αναστάσεως, ο οποίος στεγάζει τον Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, τα εγκαίνια του ναού τελούνται στις 13 Σεπτεμβρίου του 336, ακριβώς 200 χρόνια μετά την επιστροφή της Εκκλησίας από την Πέλλα.

 

Κάτοψη του συγκροτήματος του Ναού της Αναστάσεως τον 4ο αι., επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Τα μαύρα τμήματα υποδεικνύουν τα μέρη του ναού που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Το σχέδιο προέρχεται από μελέτη του Virgilio Corbo (1980).

Την ίδια περίοδο, στα μέσα του 4ου αιώνα, ιδρύεται ένα ιδιαίτερο τάγμα μοναχών με αποκλειστική αποστολή να τελεί τις ακολουθίες εντός του ναού και να φρουρεί τον Τάφο του Χριστού. Το τάγμα αυτό, που ονομάζεται «Τάγμα των Σπουδαίων»,27 απαρτίζεται από Έλληνες μοναχούς καθώς και μερικούς γηγενείς Σύριους και Παλαιστινίους. Το τάγμα αναφέρεται για πρώτη φορά το 385 από την περιηγήτρια Εγερία. Ονομάστηκαν «Σπουδαίοι» λόγω του ενάρετου και ασκητικού βίου τους και ήταν οι αποκλειστικοί φύλακες του αγίου Τάφου από το 336 μέχρι το έτος 1101, κατά το οποίο κατέκτησαν την πόλη οι Σταυροφόροι.

Όπως αναφέρει η προσκυνήτρια Εγερία, περί το έτος 385, ο επίσκοπος της Ιερουσαλήμ και επικεφαλής του τάγματος των Σπουδαίων χρησιμοποιούσε πάντοτε την ελληνική γλώσσα:

«Σε αυτή την περιοχή κάποιοι άνθρωποι γνωρίζουν συγχρόνως ελληνικά και συριακά, κάποιοι άλλοι γνωρίζουν μόνο ελληνικά και κάποιοι άλλοι μόνο συριακά. Ο επίσκοπος (της Ιερουσαλήμ) αν και γνωρίζει τα συριακά, δεν τα χρησιμοποιεί ποτέ. Μιλάει πάντοτε ελληνικά και ποτέ συριακά».28

 

Μετά την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως, το 336, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έζησαν μια περίοδο χωρίς ιδιαίτερες αναταραχές που διήρκεσε περίπου τρεις αιώνες.

Από τις αρχές του 7ου αιώνα, όμως, ξεκινά μια μακρά περίοδος συνεχών σφαγών και λεηλασιών που επαναλαμβάνονται από διαφορετικούς κατακτητές. Λίγες πόλεις στον κόσμο γνώρισαν τις αιματοχυσίες που γνώρισε η Ιερουσαλήμ.

Το 614 η πόλη κατακτάται από τον στρατό του Πέρση βασιλιά Χοσρόη Β'. Περίπου 65.000 χριστιανοί σφαγιάζονται και ο Ναός της Αναστάσεως πυρπολείται,29 μαζί με όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πόλης. Ο Τίμιος Σταυρός μεταφέρεται στην πρωτεύουσα του περσικού κράτους μαζί με πλήθος αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατριάρχης Ζαχαρίας.

Το 622 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος εκστρατεύει κατά των Περσών και τους κατατροπώνει σε διαδοχικές αναμετρήσεις, πολεμώντας πάντοτε στην πρώτη γραμμή και διακινδυνεύοντας συνεχώς τη ζωή του. Η πιο καθοριστική μάχη γίνεται στη Νινευή (Μοσούλη) τον Δεκέμβριο του 627, όπου ο ίδιος ο Ηράκλειος μονομαχεί με τον αντίπαλο αρχηγό, Ραζάτη, τον οποίο και θανατώνει ενώπιον των δύο στρατών – μια αναμέτρηση που θυμίζει τις ομηρικές μάχες της Ιλιάδας του Ομήρου.

Η μάχη διεξάγεται κοντά στα Γαυγάμηλα (Tel Gomel), στο ίδιο πεδίο μάχης που πριν από 958 έτη ο Μέγας Αλέξανδρος είχε καταλύσει την περσική αυτοκρατορία. Τώρα είναι σειρά του Ηράκλειου να καταλύσει την ίδια αυτοκρατορία και να συνάψει συμφωνία ειρήνης με τον Σιρόη, τον γιο του βασιλιά Χοσρόη Β΄, υπό έναν και μοναδικό όρο: να του επιστραφεί ο Τίμιος Σταυρός.

Ο Σιρόης αποδέχεται τον όρο και ο Τίμιος Σταυρός παραδίδεται άθικτος μέσα στο προστατευτικό του κάλυμμα.

Τρία χρόνια αργότερα, ο Ηράκλειος εισέρχεται πανηγυρικά στην Ιερουσαλήμ διά μέσου της αποκαλούμενης Χρυσής Πύλης. Από την ίδια πύλη είχε διέλθει και ο Ιησούς την Κυριακή των Βαΐων, καθήμενος επί πόλου όνου.

 

Άποψη της Ιερουσαλήμ από το Όρος των Ελαιών. Αριστερά, διακρίνεται ο χρυσός Θόλος του Βράχου και ακριβώς από πίσω, στο βάθος, ο Ναός της Αναστάσεως. Κάτω δεξιά, διακρίνεται η σφραγισμένη Χρυσή Πύλη. Η διπλή αυτή πύλη σφραγίστηκε τον 16ο αιώνα από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν ώστε να μην εκπληρωθεί ποτέ η ιουδαϊκή προφητεία που αναφέρει ότι από αυτή την πύλη θα διέλθει ο Μεσσίας των Ιουδαίων. Βεβαίως, ο αληθινός Μεσσίας διήλθε από αυτή την πύλη την Κυριακή των Βαΐων, έξι ημέρες πριν από τη Σταύρωσή Του στον Γολγοθά, όμως, οι Ιουδαίοι ουδέποτε τον αναγνώρισαν. Η αρχαία Χρυσή Πύλη από την οποία διήλθε ο Ιησούς την Κυριακή των Βαΐων βρίσκεται σήμερα μέσα στη γη, διότι η στάθμη της ήταν πολύ χαμηλότερη.

Μόλις ο Ηράκλειος κατέφθασε στην πύλη, απόθεσε το στέμμα και την αυτοκρατορική στολή του και φέροντας στους ώμους τον Τίμιο Σταυρό, βάδισε την ίδια διαδρομή που βάδισε και ο Ιησούς κατευθυνόμενος προς τον Γολγοθά. Ο Τίμιος Σταυρός υψώθηκε στον Γολγοθά από τον αυτοκράτορα, στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 630.

Επτά χρόνια αργότερα, το 637, η Ιερουσαλήμ κυριεύεται από τους Άραβες. Ο επικεφαλής τους, χαλίφης Ομάρ-Χατάμπ, εκδίδει διάταγμα30 (αχτιναμέ) διά του οποίου παραδίδει τη δικαιοδοσία του Παναγίου Τάφου και όλων των προσκυνημάτων στον Έλληνα Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος αποκαλείται πατριάρχης του βασιλικού γένους των Ρωμαίων.31

Το 1099 είναι σειρά των Σταυροφόρων να καταλάβουν την πόλη, την οποία διατηρούν στην κατοχή τους επί 88 έτη. Την ίδια χρονιά ο Έλληνας πατριάρχης αντικαθίσταται από τον Λατίνο Αρνούλφο (Arnulfo) και όλα τα δικαιώματα, καθώς και τα κλειδιά του αγίου Τάφου, περνούν στα χέρια των Φράγκων.

Όμως, δύο απρόσμενα γεγονότα έμελλαν να διαταράξουν την εκκλησιαστική κυριαρχία των Λατίνων.

Η μεγάλη καθυστέρηση στην έλευση του Αγίου Φωτός το έτος 1100 και η πλήρης αποτυχία της τελετής για πρώτη φορά στην ιστορία, το 1101, γίνονται αιτία να τεθούν επικεφαλής της τελετής και πάλι οι Έλληνες. Τα δύο αυτά γεγονότα θα παρατεθούν αναλυτικά στη συνέχεια.

 

Πάνω, η Ιερουσαλήμ και κάτω, το Καθολικό των Ορθοδόξων του Ναού της Αναστάσεως,
το 1839, σε λιθογραφίες του David Roberts.

 

 

Τους επόμενους αιώνες η πόλη γνωρίζει συνεχώς νέους κατακτητές και ξεκινά μια περίοδος οξύτατης αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων για την κυριότητα και τα δικαιώματα του Παναγίου Τάφου και του Γολγοθά.32

Η τελευταία αντιπαράθεση μεταξύ τους ξεσπά το 1851 και εξελίσσεται σε μια σφοδρή πολιτική και διπλωματική σύγκρουση ανάμεσα σε Γάλλους και σε Ρώσους, οι οποίοι προωθούν τα συμφέροντα των ρωμαιοκαθολικών και των ορθοδόξων αντιστοίχως. Η διαμάχη λήγει με επικράτηση των Ρώσων και την περίοδο 1852-1853 ο Τούρκος σουλτάνος εκδίδει δύο διατάγματα με τα οποία ο Πανάγιος Τάφος και ο Γολγοθάς περνούν οριστικά στην κατοχή των Ελλήνων, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η συμμετοχή των υπολοίπων παρατάξεων. Το καθεστώς αυτό επικυρώνεται από τη Συνθήκη των Παρισίων, το 1856, καθώς και από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1950, και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα.

Από τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως, το 336, έως σήμερα, ακόμη και σε περιόδους όπου τα δικαιώματα των προσκυνημάτων ανήκαν στους Λατίνους, η τελετή του Αγίου Φωτός λαμβάνει χώρα πάντοτε στην ελληνική γλώσσα και τελείται από τους ορθόδοξους κληρικούς.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, τι ακριβώς συμβαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο κατά τη διάρκεια αυτής της τελετής.

 

 

Παραπομπές:

1. «... l’Eglise de la Ressurection et le “miracle” de la descente du feu sacre le Samedi Saint etaient etroitement associes dans l’esprit des Grecs» (Μ . Canard, «La Destruction de l’Église de la Ressurection par le Calife Hakim et l’histoire de la descente du Feu Sacré», Byzantion 35, 1965, σ. 34).

2. «και τι και υμείς εμοί, Τύρος και Σιδών και πάσα Γαλιλαία αλλοφύλων;» (Ιωήλ, 4:4).

3. Ο P.W. Van der Horst είναι καθηγητής Καινής Διαθήκης καθώς και Ιουδαϊκού και Ελληνιστικού Χριστιανισμού στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

4. Γράφει ο Ολλανδός Καθηγητής : «One of the most surprising facts about these funerary inscriptions is that most of them are in Greek – approximately 70 percent; about 12 percent are in Latin, and only 18 percent are in Hebrew or Aramaic. These figures are even more instructive if we break them down between Palestine and the Diaspora. Naturally in Palestine we would expect more Hebrew and Aramaic and less Greek. This is true but not to any great extent. Even in Palestine approximately two-thirds of these inscriptions are in Greek. Apparently for a great part of the Jewish population the daily language was Greek, even in Palestine. This is impressive testimony to the impact of Hellenistic culture on Jews in their mother country, to say nothing of the Diaspora. In Jerusalem itself about 40 percent of the Jewish inscriptions from the first - century period (before AD 70) are in Greek», δηλαδή: «Ένα από τα πιο εκπληκτικά γεγονότα σχετικά με τις επικήδειες επιγραφές (οπουδήποτε κατοικούσαν Ιουδαίοι) είναι ότι οι περισσότερες από αυτές είναι στην ελληνική, περίπου 70%, στη λατινική περίπου 12%, και μόνο 18% στην εβραϊκή ή την αραμαϊκή. Αυτά τα νούμερα είναι ακόμη πιο διδακτικά εάν τα διαχωρίσουμε μεταξύ της Παλαιστίνης και της (Ιουδαϊκής) Διασποράς. Φυσιολογικά στην Παλαιστίνη θα περιμέναμε περισσότερο εβραϊκά και αραμαϊκά και λιγότερο ελληνικά. Αυτό αληθεύει, αλλά όχι σε κάποιο μεγάλο βαθμό. Ακόμη και στην Παλαιστίνη, περίπου τα δύο τρίτα αυτών των επιγραφών είναι στην ελληνική. Είναι φανερό ότι για ένα μεγάλο μέρος του ιουδαϊκού πληθυσμού η καθημερινή γλώσσα ήταν η ελληνική, ακόμη και στην Παλαιστίνη. Αυτή είναι μια εντυπωσιακή μαρτυρία για την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού στους Ιουδαίους μέσα στην ίδια την πατρίδα τους, για να μη μιλήσουμε για τη Διασπορά. Στην ίδια την Ιερουσαλήμ, περίπου το 40% των ιουδαϊκών επιγραφών του 1ου αιώνα (πριν από το 70 μ.Χ.) είναι στην ελληνική» (P.W. Van Der Horst, «Jewish Funerary Inscriptions – Most Are in Greek», Biblical Archaeological Review , Sep-Oct 1992, σ. 48-54).

5. Ο H.O. Guenther (1926-2003) υπήρξε καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών και Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Kwansey Gakuin της Ιαπωνίας και καθηγητής Καινής Διαθήκης και Ερμηνευτικής στο Emmanuel College του Πανεπιστημίου του Τορόντο.

6. H.O. Guenther, «Greek: The Home of Primitive Christianity», Toronto Journal of Theology (1989), σ. 250- 251.

7. «Ύστερα από αυτά περιήρχετο ο Ιησούς την Γαλιλαίαν. Δεν ήθελε να μείνη εις την Ιουδαίαν, διότι οι Ιουδαίοι εζητούσαν να τον σκοτώσουν» (Ιωάννης, 7:1).

8. «I have heard that the total number of the besieged, of every age and both sexes, amounted to six hundred thousand» (Τάκιτος, Ιστορία , βιβλ. 5, κεφ. 13, Loeb Classical Library, Cambridge, Mass. 1981).

9. Μεταξύ των ελληνικών πόλεων της Δεκάπολης συγκαταλέγονταν τα Γέρασα, τα Γάδαρα, το Δίον, η Πέλλα, ο Ίππος, η Σκυθόπολη ή Νύσσα, η Φιλαδέλεια (Αμμάν), τα Πάφανα, τα Άβιλα και η Καπιτωλιάδα.

10. Ο G.A. Smith υπήρξε Καθηγητής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν και στο Free Church College της Γλασκόβης.

11. G.A. Smith, The Historical Geography of the Holy Land, κεφ. Greece over Jordan: The Decapolis, Λονδίνο 1894, σ. 593.

12. «Καί ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί από της Γαλιλαίας καί Δεκαπόλεως...» ( Ματθαίος, 4:25).

13. «επειδή γάρ πάντες οι εις Χριστόν πεπιστευκότες την Περαίαν κατ’ εκείνο καιρού κατώκησαν το πλείστον, εν Πέλλη τινί πόλει καλουμένη της Δεκαπόλεως της εν τω ευαγγελίω γεγραμμένης» (Επιφάνιος, Πανάριον, Λειψία 1915, τ. 1, σ. 335).

14. Στο ζήτημα της επικράτησης των Ελλήνων έναντι των Ιουδαίων αναφέρεται ο εκκλησιαστικός ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος: «Οι δε αδιάλλακτοι Ιουδαίοι ετάρασσον την Εκκλησίαν… H εμμονή αυτών έφερεν αυτούς εις σφοδράν αντίθεσιν προς τους εξ εθνών χριστιανούς. Διότι εν Πέλλη ήδη επυκνούντο υπ’ αυτών αι τάξεις της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, διά των ενεργειών, πάντως, του αγίου Συμεών. Ο αρχηγός των ιουδαϊζόντων, Θέβουδις ονομαζόμενος, έχων μάλιστα αξιώσεις και επί της επισκοπικής αρχής, ήρξατο αποχωριζόμενος από της Εκκλησίας» (Χρ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, Ιεροσόλυμα 1910, σ. 42).

15. Κατά την περίοδο της ακμής της, η Αντιόχεια είχε την ίδια ακτινοβολία με τη Ρώμη ή την Αλεξάνδρεια. Ιδρύθηκε το 293 π.Χ. από τον Σέλευκο Α΄ τον Νικάτορα, ο οποίος για την αποίκισή της μετέφερε από την κοντινή Αντιγονεία 5.000 Αθηναίους και Μακεδόνες, και από άλλους οικισμούς Κρητικούς και Κυπρίους.

16. Πράξεις Αποστόλων, 11:26.

17. «The lands over which the house of Seleucus bore rule, the lands which it overspread with Greek speech and culture, were the lands which the faith of Christ first leavened; in its royal city the word Christian was first uttered. Antioch was the cradle of the first Gentile church» (R. Bevan , The House of Seleucos, Λονδίνο 1902, σ. 20).

18. «Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών», έτος 1936, τ. 11, σ. 249.

19. Άγιος Νεκτάριος, Περί της Ελληνικής Φιλοσοφίας ως προπαιδείας εις τον Χριστιανισμόν, εκδ. Ν. Παναγόπουλος, σ. 15.

20. Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου, βιβλ. 3, κεφ. 26.

21. Ο E . Ρενάν, σχολιάζοντας τις δύο Απολογίες γράφει: «These writings, striking as they were by their novelty, could not be without their effect upon the Emperor», δηλαδή: «Αυτά τα κείμενα, που εντυπωσίαζαν με την καινοτομία τους, δεν θα μπορούσαν να μην είχαν επιρροή πάνω στον αυτοκράτορα» (E. Renan, History of the Origins of Christianity, βιβλ. 6, The Reigns of Hadrian and Antoninus Pius [A.D. 117-161], Cornell University 1890, σ. 22).

22. «The creation of a new church and a new ecclesiastical establishment without a direct link with the past created a sort of rift in the historical continuum and to some extent severed the local apostolic tradition. Paradoxically , it was precisely at the moment when the Jerusalem Church was being transformed into a “Church of the Gentiles ”», δηλαδή: «Η δημιουργία μιας νέας εκκλησίας και ενός νέου εκκλησιαστικού κατεστημένου χωρίς άμεση σύνδεση με το παρελθόν δημιούργησαν ένα είδος ρήξης με την ιστορική συνέχεια και σε κάποιο βαθμό αποκόπηκε από την τοπική αποστολική παράδοση. Παραδόξως, ήταν ακριβώς αυτή τη στιγμή πουη Εκκλησία της Ιερουσαλήμ μεταμορφώθηκε σε μία “Εκκλησία των Εθνικών”» (O. Irshai , «From Oblivion to Fame: The history of the Palestinian Church», στο Christians and Christianity in the Holy Land , επιμ. O. Limor / G.G. Stroumsa , 2006, σ. 103).

23. «και δη της αυτόθι εκκλησίας εξ εθνών συγκροτειθείσης, πρώτος εγχειρίζεται Μάρκος» (Ευσέβιος, ό.π., βιβλ. 4ο, κεφ. 6ο).

24. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

25. «Εξ Ελλήνων απηρτίσθη και η μετά μικρόν εις Ιερουσαλήμ επανακάμψασα εκ Πέλλης Εκκλησία. Εν Πέλλη εγένετο πλήρη αποκάθαρσις των ιουδαϊκών στοιχείων» (Χρ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, Ιεροσόλυμα 1910, σ. 50).

26. «Les chrétiens hellénistes formèrent un groupe dans Aelia, sous la présidence d’un certain Marcus... Désormais l’Église de Jérusalem est uniquement hellénique; ses évêques sont tous des Grecs, comme l’on disait» (Ε. Renan, Histoire des origines du Christianisme, τ. 6, «L’ Eglise Chrétienne», Παρίσι 1877, σ . 262).

27. Επί πατριάρχη Σωφρονίου (1579-1608) το «Τάγμα των Σπουδαίων» μετονομάζεται σε «Αγιοταφική Αδελφότητα».

28. «In that province some of the people know both Greek and Syriac, while some know Greek alone and others only Syriac; and because the bishop, although he knows Syriac, yet always speaks Greek, and never Syriac… » (The Pilgrimage of Etheria, κεφ. xlvii, επιμ.και μετάφρ. M.L. McClure and C.L. Feltoe, Λονδίνο 1919, σ. 94).

29. Τα επόμενα χρόνια ο Ναός ανοικοδομείται και πάλι με την πρωτοβουλία του νέου Πατριάρχη Μοδέστου και ολοκληρώνεται το 626, χωρίς να έχει βεβαίως την προγενέστερη μεγαλοπρέπεια.

30. Το αραβικό κείμενο της συνθήκης του Ομάρ (Omar ebn–el–Khattab) περιέχεται στον κώδικα Saint Germain 100 της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. Στο κείμενο αναφέρεται ότι όποιος στο μέλλον αναιρέσει την ισχύ της συνθήκης θα είναι μισητός από τον Αλλάχ. Γι’ αυτό όλοι σχεδόν οι διάδοχοι του Ομάρ σεβάστηκαν τη συνθήκη του.

31. Μετά τον εξελληνισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η ονομασία Ρωμαίος ή Ρωμιός σήμαινε τον ελληνόφωνο πολίτη του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους και, τελικά, ταυτίστηκε με τη λέξη Έλλην. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε η απόφαση του αυτοκράτορα Ηράκλειου να καθιερώσει την ελληνική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι οξύμωρο ότι η λέξη Έλλην την εποχή εκείνη δεν χρησιμοποιόταν για να προσδιορίσει τους Έλληνες στο γένος, αλλά εκείνους που ακολουθούσαν το αρχαίο ελληνικό θρήσκευμα, οι οποίοι αποκαλούνταν «Έλληνες τη θρησκεία». Σήμερα, στην Παλαιστίνη, η λέξη Ρωμαίος εξακολουθεί να σημαίνει Έλληνας και η ονομασία Ελληνορθόδοξος αποδίδεται ως Rum-Orthodox (Ρουμ Ορθοδόξ). Στον νόμο του Βασιλείου της Ιορδανίας το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο αποκαλείται Ρουμ Ορθοδόξ. To ίδιο και στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι Τούρκοι εξακολουθούν να αποκαλούν την ελληνική μειονότητα με τον όρο Ρουμ αντί του Γιουνάν, με το οποίο αποκαλούν τους υπόλοιπους Έλληνες.

32. Το 1187 ο Σουλτάνος Σαλαντίν κατατροπώνει τους Σταυροφόρους και κυριεύει την Ιερουσαλήμ, η οποία εκκενώνεται χωρίς να υπάρξει καμιά σφαγή και καμιά βίαιη πράξη. Αμέσως μετά την πτώση της πόλης, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος διαπραγματεύεται τα ιερά προσκυνήματα με τον Σαλαντίν ο οποίος, σεβόμενος το διάταγμα του προκατόχου του Ομάρ, εκδίδει νέο διάταγμα που επιστρέφει τα προσκυνήματα και πάλι στην κατοχή των Ελλήνων.

Το 1229 ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β', επικεφαλής της ΣΤ΄ Σταυροφορίας, εκστρατεύει στην Παλαιστίνη και καταλαμβάνει την Ιερουσαλήμ χωρίς μάχη. Οι Λατίνοι επανέρχονται στην πόλη, χωρίς όμως να εκτοπίσουν τελείως τους ορθοδόξους.

Το 1244 ο σουλτάνος της Αιγύπτου Σάλεχ Εγιούπ (Salih Ayyub) καταλαμβάνει την Ιερουσαλήμ και επαναφέρει τα προσκυνήματα στην κατοχή των Ελλήνων. Το 1453, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εκδίδει νέο διάταγμα που νομιμοποιεί και πάλι τον Έλληνα πατριάρχη Αθανάσιο Γ΄, σεβόμενος και αυτός τη συνθήκη του Ομάρ Χατάπ. Το ίδιο πράττει το 1517 και ο Τούρκος σουλτάνος Σελήμ A΄ με νέο διάταγμα που παραδίδει όλα τα δικαιώματα στον πατριάρχη Γερμανό.

Το 1633 ο βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς λαμβάνει 80.000 τάλιρα και παραδίδει τα προσκυνήματα στους Λατίνους, όμως, το 1635, μετά από επίσκεψη του πατριάρχη Θεοφάνη στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος διεξάγει δίκη μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων και επαναφέρει με τρία νέα διατάγματα τα δικαιώματα στους Έλληνες.

Το 1686 η Τουρκία ηττάται από την Αυστρία, την Πολωνία και τη Ρωσία και περιέρχεται σε δυσχερέστατη κατάσταση. Η Γαλλία υπόσχεται να πολεμήσει στο πλευρό των Τούρκων σε θάλασσα και σε ξηρά, ζητώντας ένα σημαντικό αντάλλαγμα: να περιέλθει η κατοχή του Παναγίου Τάφου και του Ναού της Αναστάσεως στους Φράγκους.

Ο Βεζίρης Κιοπρουλής ενδίδει στις πιέσεις των Γάλλων και απολογούμενος στους Έλληνες, τους διακηρύττει ότι «τους αδικεί από ανάγκη», όμως, όσον αφορά την τελετή του Aγίου Φωτός ορίζει με ειδικό διάταγμα να είναι επικεφαλής ο Έλληνας πατριάρχης.

Το 1735 τα προσκυνήματα επιστρέφουν με διάταγμα του σουλτάνου και πάλι στους Έλληνες, όμως το 1740, η Γαλλία παρεμβαίνει και πάλι, και επανέρχονται στους Λατίνους.

Το 1757 ο σουλτάνος Οσμάν Γ΄ (1754-1757) ακυρώνει τη συνθήκη του 1740 και επαναφέρει τα προσκυνήματα στους Έλληνες, δεν στερεί όμως στους Λατίνους το δικαίωμα συμμετοχής τους.

Το 1808 λαμβάνει χώρα η μεγάλη καταστροφή του Ναού της Αναστάσεως μετά από πυρκαγιά. Αμέσως ξεσπάει διαμάχη μεταξύ Λατίνων, Ελλήνων και Αρμενίων για την ανάληψη της ανοικοδόμησης. Λίγους μήνες αργότερα, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ εκδίδει διάταγμα διά του οποίου παραδίδει την άδεια ανοικοδόμησης του ναού στους Έλληνες. Ο νέος ναός εγκαινιάζεται τον Σεπτέμβριο του 1910 και παραμένει ο ίδιος μέχρι και τις ημέρες μας.