H τελετή και το θαύμα του Αγίου Φωτός

Κάτοψη του συγκροτήματος του Ναού της Αναστάσεως. Η χωρητικότητα του ναού, όπως αναφέρει ο Nasir-i-Khusrau ήδη από τον 11ο αιώνα, είναι περίπου 8.000 άτομα.1

O Ναός της Αναστάσεως με τον περιβάλλοντα χώρο στην παλαιά πόλη της Ιερουσαλήμ.

 

Κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου που καταγράφεται ιστορικά το θαύμα του Αγίου Φωτός, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η τελετή έχει υποστεί μια πολύ σημαντική αλλαγή που σχετίζεται με την παρουσία ή μη του πατριάρχη στο εσωτερικό του αγίου Τάφου.

Από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι την εποχή μας, η τελετή λαμβάνει χώρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο: ο Έλληνας πατριάρχης εισέρχεται μόνος του στον εσωτερικό θάλαμο του αγίου Τάφου, απ' όπου γονατιστός απευθύνει προς τον Ιησού Χριστό την ειδική προσευχή για την έλευση του Αγίου Φωτός.

Πριν από μία χιλιετία, όμως, η τελετή ήταν πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, κατά τους πρώτους αιώνες που καταγράφεται ιστορικά το θαύμα, από τον 9ο μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, την ώρα που κατερχόταν το Άγιο Φως από τον ουρανό δεν υπήρχε κανείς στον εσωτερικό χώρο του Τάφου.

Η είσοδος του μνημείου σφραγιζόταν με μελλισοκέρι, ως ανάμνηση της σφραγίσεως του Τάφου από τη ρωμαϊκή φρουρά,2 και ο Έλληνας πατριάρχης παρέμενε έξω από το μνημείο, πλησίον της εισόδου, απ' όπου απηύθυνε προς τον Ιησού τις καθιερωμένες επικλήσεις για την κάθοδο του Αγίου Φωτός.

Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για τον συγκεκριμένο τρόπο τελετουργίας συναντάται περί το 920 (μαρτυρία Αρέθα), και όλες οι επόμενες μαρτυρίες, μέχρι και το έτος 1480, επιβεβαιώνουν την ίδια ακριβώς διαδικασία.

Δηλαδή, επί έξι περίπου αιώνες, την ώρα που λάμβανε χώρα το θαύμα, την ώρα που κατερχόταν το ουράνιο Φως και αναφλεγόταν η ακοίμητη κανδήλα μέσα στον Τάφο, το μνημείο ήταν άδειο και σφραγισμένο! Ο πατριάρχης απηύθυνε τις καθιερωμένες επικλήσεις έξω από τον Τάφο, ενώπιον όλου του πλήθους.

 

Το Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου, το ιερότερο μνημείο της χριστιανικής πίστης (φωτ. Garo).

Όταν το Άγιο Φως κατερχόταν από τον ουρανό γίνονταν αμέσως αντιληπτές οι γαλαζόλευκες εκλάμψεις που διαχέονταν στον χώρο· επιπλέον, την ίδια χρονική στιγμή, άναβε η «ακοίμητη» κανδήλα και φωτιζόταν το εσωτερικό του Τάφου.

Το Φως αυτό, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες, γινόταν αμέσως αντιληπτό μέσα από τις γρίλιες ή τα μεταλλικά κιγκλιδώματα που υπήρχαν στην είσοδο του μνημείου.

Η είσοδος του Παναγίου Τάφου σε γκραβούρα του 1681, του Cornelis de Bruyn. Οι γρίλιες που υπήρχαν στις δύο πόρτες παρείχαν τη δυνατότητα άμεσης οπτικής επαφής με την ακοίμητη κανδήλα, η οποία τοποθετείτο πάντοτε επί της ταφόπλακας του μνημείου.

 

Έτσι, το εσωτερικό ενός σκοτεινού και άδειου μνημείου φωτιζόταν, ξαφνικά, όχι μόνο από την ανάφλεξη της κανδήλας, αλλά και από το Φως που πήγαζε από το ίδιο το πέτρωμα του Τάφου. Τότε, ο μουσουλμάνος διοικητής της πόλης που κατείχε τα κλειδιά του μνημείου ξεκλείδωνε τον Τάφο για να εισέλθει ο πατριάρχης, ο οποίος άναβε τις λαμπάδες του από την κανδήλα και εξερχόμενος μεταλαμπάδευε το Φως στους πιστούς. Πολλές φορές εισερχόταν στον Τάφο όχι ο πατριάρχης αλλά ο ίδιος ο εμίρης, δηλαδή ο μουσουλμάνος διοικητής της Ιερουσαλήμ.

Το συγκεκριμένο τελετουργικό, που επαναλαμβανόταν επί έξι περίπου αιώνες αδιαλείπτως, δεν άφηνε το περιθώριο για ιδιαίτερες αμφισβητήσεις σχετικά με την εγκυρότητα του θαύματος. Γι’ αυτό και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης όχι απλώς συμμετείχαν στην τελετή, αλλά μετέφεραν το Άγιο Φως στις οικίες και στα τζαμιά τους.

Όλες οι μαρτυρίες και οι διηγήσεις που θα συναντήσουμε στα επόμενα κεφάλαια, εκτός από τέσσερις που χρονολογούνται μετά το 1480, περιγράφουν ένα θαύμα που λαμβάνει χώρα σε έναν άδειο και σφραγισμένο Τάφο.

Στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, περί το 1480, η συγκεκριμένη τελετουργία αλλάζει και αποφασίζεται η επίκληση για την έλευση του Αγίου Φωτός να μη γίνεται πλέον έξω από τον Τάφο, αλλά στο εσωτερικό του μνημείου από τον ίδιο τον πατριάρχη, ενώ στον προθάλαμο του Κουβουκλίου παρευρίσκεται ως μόνος μάρτυρας ο Αρμένιος πατριάρχης.

Η αρχαιότερη μαρτυρία γι’ αυτή την αλλαγή, που ανάγεται στο 1481, προέρχεται από τον Φραγκισκανό μοναχό Πολ Ουάλθερ,3 ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1483, έχουμε ανάλογη μαρτυρία από τον Ελβετό χρονογράφο Φέλιξ Φάμπρι.

Βεβαίως, η ουσία του θαύματος δεν μπορεί να μεταβληθεί από την παρουσία ή μη του πατριάρχη μέσα στον Τάφο, διότι το θαύμα δεν περιορίζεται μόνο στην ανάφλεξη μιας κανδήλας. Σύμφωνα με αυτά που έχει βιώσει ο γράφων, αλλά και σύμφωνα με τις μαρτυρίες χιλιάδων άλλων ανθρώπων, το Άγιο Φως διαχέεται μέσα στον ναό υπό τη μορφή γαλαζόλευκων εκλάμψεων. Φωτίζει τμήματα του ναού, περιλούζει πρόσωπα ανθρώπων και εικόνες αγίων, και ανάβει κάποιες από τις κανδήλες και τις λαμπάδες των πιστών.

Το Φως μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Συχνά εμφανίζεται ολόκληρος ο Πανάγιος Τάφος να είναι τυλιγμένος στις φλόγες, ή να εκπέμπει Φως, ενώ άλλες φορές εμφανίζονται φωτιές ή πύρινες μπάλες που εξέρχονται από το μνημείο και κινούνται στον αέρα. Περίπου 25 προσκυνητές που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της τελετής του έτους 1994, μου επιβεβαίωσαν ότι αυτές οι φωτιές ή πύρινες μπάλες περνούσαν κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια τους, χωρίς βεβαίως να καίγονται. Πολλοί από αυτούς έσκυβαν αντανακλαστικά για να τις αποφύγουν.

 

Μία από τις πύρινες μπάλες που εμφανίστηκαν στην τελετή του 1994. Η φλόγα εξήλθε από τον Πανάγιο Τάφο και άρχισε να κινείται ακριβώς πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Οι εικόνες προέρχονται από ερασιτεχνική βιντεολήψη του Έλληνα ιερομόναχου Αντωνίου Στυλιανάκη, ο οποίος τότε ήταν παιδοψυχίατρος.

Γαλαζόλευκες εκλάμψεις εμφανίζονται στην είσοδο του αγίου Τάφου και δεξιά απ’ αυτόν, το Μεγάλο Σάββατο του 1994. Στο δεύτερο καρέ, σημειώνεται με κόκκινο βέλος ένα σφαιρικό αντικείμενο που εμφανίζεται ξαφνικά μαζί με τις εκλάμψεις και αμέσως μετά χάνεται. Το συγκεκριμένο έτος, στο εσωτερικό του ναού υπήρχε πλήρης απουσία φυσικού φωτισμού διότι τα παράθυρα του τρούλου ήταν κλειστά λόγω αναστηλωτικών εργασιών. Οι εκλάμψεις καταγράφηκαν στις 14:04 το μεσημέρι, την ώρα που ο Πατριάρχης Διόδωρος Α΄ βρισκόταν στο εσωτερικό του μνημείου. Το Άγιο Φως εξήλθε από τον Τάφο και άρχισε να διαμοιράζεται στους πιστούς, 16 δευτερόλεπτα αργότερα. Οι εικόνες αποτελούν διαδοχικά καρέ από την ερασιτεχνική βιντεολήψη του ιερομόναχου Αντωνίου Στυλιανάκη. Κάθε καρέ έχει διάρκεια 1/25 του δευτερολέπτου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η παρουσία του Αγίου Φωτός δεν γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. Πολλοί από τους παρισταμένους ούτε βιώνουν ούτε αντικρίζουν κάτι ιδιαίτερο. Όσον αφορά αυτούς που βιώνουν το θαύμα, οι μαρτυρίες τους φανερώνουν πως ο καθένας διαβλέπει κάτι ξεχωριστό.

Η εμπειρία και η θέαση του Αγίου Φωτός για κάποιον από τους παρισταμένους δεν εξαρτάται μόνο από τον βαθμό της πίστης του, αλλά είναι αποτέλεσμα επενέργειας της Θείας Πρόνοιας, που για κάποιον λόγο αξιώνει τον καθένα να βιώσει κάτι διαφορετικό. Για λόγους που ο Ίδιος γνωρίζει, ο Χριστός δύναται να εμφανίσει τη φωτεινή δόξα Του σε κάποιον άνθρωπο ανεξάρτητα από τον βαθμό της πνευματικής του τελείωσης, ακόμη και σε έναν άπιστο.

Δυστυχώς, στις ημέρες μας, ο φωτισμός στον Ναό της Αναστάσεως είναι τόσο έντονος και τα φλας των φωτογραφικών μηχανών τόσα πολλά ώστε η θέαση του Αγίου Φωτός καθίσταται πολύ πιο δυσδιάκριτη σε σχέση με το παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι από τους παρευρισκομένους στην τελετή αντιλαμβάνονται τις ιδιαίτερες εκλάμψεις, ενώ κάποιοι άλλοι, σαφώς λιγότεροι, διαβλέπουν ένα γαλαζωπό Φως να εξέρχεται από τον Τάφο και κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνονται πολύ πιο έντονα την παρουσία του θεϊκού Φωτός.

 

Η είσοδος του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου.

 

Ο προθάλαμος του «Αγίου Λίθου». Έλαβε την ονομασία του από τον λίθο που έφραζε την είσοδο του Τάφου, τον οποίο απεκύλησε ο άγγελος. Το εναπομένον κομμάτι αυτού του λίθου είναι τοποθετημένο στην κολόνα που εικονίζεται στο κέντρο του χώρου.

 

Ο εσωτερικός θάλαμος του Τάφου του Χριστού. Κάτω ακριβώς από τη μαρμάρινη ταφόπλακα βρίσκεται το σημείο του λαξευμένου βράχου στο οποίο αποτέθηκε το Σώμα του Ιησού.

 

Ας επανέλθουμε, όμως στο τυπικό της τελετής, το οποίο από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα μέχρι και σήμερα έχει παραμείνει ουσιαστικά απαράλλαχτο.

Η τελετή, στις ημέρες μας, ξεκινά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και αποτελείται από κάποια συγκεκριμένα στάδια:

Α. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου σβήνουν όλες οι κανδήλες στο εσωτερικό του Ναού και ο Τάφος του Χριστού σφραγίζεται με μελισσοκέρι.

Β. Στις 12 το μεσημέρι εισέρχεται στον Ναό ο Ελληνορθόδοξος πατριάρχης και ξεκινά η παραδοσιακή Ιερή Λιτανεία, η οποία περιφέρεται τρεις φορές γύρω από τον Πανάγιο Τάφο.

Γ. Μετά τη Λιτανεία αποσφραγίζεται ο Τάφος και ο Σκευοφύλακας μεταφέρει στο εσωτερικό του τη σβησμένη ακοίμητη κανδήλα, η οποία πρόκειται να ανάψει από το Άγιο Φως.

Δ. Στη συνέχεια, ο πατριάρχης απεκδύεται της αρχιερατικής στολής του για να εκφράσει την ταπείνωση και την ευλάβειά του προς τον Ιησού Χριστό και παραμένει μόνο με ένα λευκό χιτώνιο (στιχάριο). Αφού λάβει τέσσερις δεσμίδες με 33 κεριά η καθεμία, εισέρχεται στον Τάφο. Μαζί του εισέρχεται και ο εκπρόσωπος των Αρμενίων, ο οποίος έχει δικαίωμα να παρευρίσκεται στον προθάλαμο, απ’ όπου παρακολουθεί τον πατριάρχη.

Μέσα στον κυρίως Τάφο, μόνος του ο πατριάρχης διαβάζει γονατιστός την ειδική ευχή4 και παρακαλεί τον Ιησού Χριστό να προσφέρει το Άγιο Φως ως δώρο ευλογίας και αγιασμού για τους ανθρώπους. Την ίδια σχεδόν στιγμή το Άγιο Φως εμφανίζεται και διαχέεται μέσα στον ναό, ενώ συγχρόνως ανάβει η ακοίμητη κανδήλα στο εσωτερικό του Τάφου. Η τελετή ολοκληρώνεται με την έξοδο του πατριάρχη και τη μεταλαμπάδευση της ιερής φλόγας στους πιστούς.

 

Εικόνες από την εξάπλωση του Αγίου Φωτός.

 

Η ακοίμητη κανδήλα

 

Ο σκευοφύλακας του αγίου Τάφου επιδεικνύει στο πλήθος τη σβησμένη ακοίμητη κανδήλα λίγο πριν την μεταφέρει στο εσωτερικό του μνημείου. Η κανδήλα σβήνει μόνο μία φορά τον χρόνο, το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, για να ανάψει λίγο αργότερα με το Άγιο Φως.

Η πρακτική της άσβεστης λυχνίας ή εστίας, συναντάται πολύ συχνά στον αρχαίο κόσμο. Στον ναό του Σολομώντος έκαιγε άσβεστη η επτάφωτη λυχνία, ενώ στον Παρθενώνα, μπροστά από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς υπήρχε ο άσβεστος χρυσός λύχνος –που κατασκεύασε ο Καλλίμαχος– ο οποίος ήταν τόσο μεγάλος ώστε το λάδι του επαρκούσε για έναν ολόκληρο χρόνο.5

Η άσβεστη λυχνία ή ακοίμητη κανδήλα του Παναγίου Τάφου ανάβει για πρώτη φορά το 326, έτος που ανακαλύφθηκε ο Τάφος του Χριστού, και έκτοτε παραμένει άσβεστη για 17 συνεχόμενους αιώνες.

Η αρχαιότερη μαρτυρία γι’ αυτή την άσβεστη κανδήλα συναντάται στο Χρονικό της περιηγήτριας Εγερίας, η οποία επισκέφθηκε τον Πανάγιο Τάφο την περίοδο 381-384. Η Ισπανίδα (ή Γαλλίδα) περιηγήτρια περιγράφει τον Εσπερινό γύρω από τον Τάφο του Χριστού, αναφέροντας τα εξής:

«Τη δεκάτη ώρα, η οποία εδώ ονομάζεται Λυχνικόν, ή όπως λέμε, Εσπερινός, μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε στην Ανάσταση. Όλες οι δάδες και οι λαμπάδες άναψαν και αυτό δημιούργησε ένα τρομακτικό φως. Το φως, όμως, δεν έρχεται από έξω, αλλά λαμβάνεται μέσα από τη σπηλιά (Τάφο), δηλαδή, μέσα από τα κιγκλιδώματα, όπου μία κανδήλα καίει πάντοτε, ημέρα και νύχτα».6

 

Παραπομπές:

 

1. Ο Τάφος σφραγίστηκε με διαταγή του Πόντιου Πιλάτου, μετά από αίτημα των Φαρισαίων και των Ιουδαίων αρχιερέων. Βλ. Ευαγγέλιο Ματθαίου, 27: 62-66.

2. «At the present day the church is a most spacious building, and is capable of holding 8.000 persons», δηλαδή: « Σήμερα η εκκλησία είναι ένα ιδιαίτερα ευρύχωρο κτίριο, ικανό να χωρέσει 8.000 άτομα». (Nasir-i-Khusrau, Diary of a journey through Syria and Palestine, μετάφρ. Guy le Strange, Λονδίνο 1893).

3. Ο Πολ Ουάλθερ (Paul Walther) αναφέρει την είσοδο τριών αρχιερέων ή επισκόπων μέσα στον Τάφο, ενός Έλληνα, ενός Αρμένιου και ενός Αιθίοπα: «In 148l, it was the custom to have the doors of the Church of the Resurrection opened by Muslims, and three priests or bishops entered the Sepulchre of Christ. One was from the Greeks, the other from the Armenians and the third one from the Ethiopians», δηλαδή: «Το 1481, ήταν έθιμο να ανοίγουν τις πύλες του Ναού της Αναστάσεως οι μουσουλμάνοι, και να εισέρχονται στον Τάφο του Χριστού τρεις αρχιερείς, ή επίσκοποι. Ένας ήταν από τους Έλληνες, ένας από τους Αρμένιους και ο τρίτος από τους Αιθίοπες» (O. Meinardus, «The Ceremony of the Holy Fire in the Middle Ages and today», Bulletin de la Societe d' Archeologie Copte, τ. 16, σ. 247). Οι τρεις αρχιερείς, σύμφωνα με τη διήγηση, παρέμειναν στον Τάφο για περίπου 15-20 λεπτά και εν συνεχεία εξήλθαν με το Άγιο Φως.

4. Στην ειδική ευχή που διαβάζει ο πατριάρχης δεν γίνεται πουθενά λόγος περί άνωθεν κατερχομένου Φωτός, και αυτό έχει σταθεί αιτία να αμφισβητηθεί η θαυματουργική φύση της τελετής από κάποιους μελετητές, όπως ο βυζαντινολόγος και αρχαιολόγος Κ. Καλοκύρης στο έργο του «Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός». Το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμιά αναφορά περί κατερχομένου φωτός δεν συνεπάγεται ότι δεν υφίσταται το θαύμα. Επιπλέον, η ευχή αναφέρει ότι ο πατριάρχης λαμβάνει το Φως μέσα στον Τάφο, όμως, δεν υπάρχει σαφής αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο πρωτοεμφανίζεται αυτό το Φως. Κατά συνέπεια, η ευχή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αυστηρό κριτήριο ούτε για την εγκυρότητα του θαύματος ούτε για τον τρόπο που αυτό παράγεται.

5. Παυσανίας, Αττικά, 26.6.

6. «At the tenth hour, which is here called Lichnicon, or, as we say, vespers, a great multitude assembled at the Anastasis. All the torches and candles are lighted, and this makes a tremendous light. The light, however, is not brought in from outside, but is taken from inside the grotto [the Holy Sepulchre], that is, from within the railings where night and day a lamp always burns» (Egeria: diary of a pilgrimage, επιμ. G.E. Gingras, Νέα Υόρκη 1970, σ. 90).