Ο Γκιμπέρ ντε Νοζάν (Guibert de Nogent, περ. 1053–1124) υπήρξε Γάλλος Βενεδικτίνος μοναχός, θεολόγος και ιστορικός. Το 1104 έγινε ηγούμενος της μονής Notre Dame στην πόλη Νοζάν της Γαλλίας και το 1108 έγραψε την ιστορία της Α΄ Σταυροφορίας με τον τίτλο Dei gesta per Francos (Πράξεις του Θεού διά μέσου των Φράγκων).
Το έργο του, που διασώζεται σε τέσσερα χειρόγραφα,1 εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1611, όταν περιελήφθη στη συλλογή του Μπόνκαρς,2 για να ακολουθήσουν αργότερα και άλλες εκδόσεις.3
Ο Γκιμπέρ δεν συμμετείχε στην Α΄ Σταυροφορία, όμως, όπως αναφέρει, τα γεγονότα που περιγράφει προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες:
«Οτιδήποτε έχω προσθέσει, το έχω πληροφορηθεί από αυτόπτες μάρτυρες, ή το έχω ανακαλύψει μόνος μου… Κάποιος που μου καταλογίζει ότι δεν έχω δει, δεν μπορεί να μου καταλογίσει ότι δεν έχω ακούσει –επειδή ειλικρινά πιστεύω ότι το να ακούς, κατά κάποιον τρόπο, είναι σχεδόν εξίσου χρήσιμο όσο και το να βλέπεις».4
Ο Γκιμπέρ είχε γνωρίσει πολλούς Σταυροφόρους και είχε καταγράψει τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις τους μετά την επιστροφή τους στη Γαλλία. Όπως φανερώνει η κριτική έρευνα, οι μαρτυρίες που χρησιμοποίησε ήταν ιδιαιτέρως αξιόπιστες.
Οι δύο μελετητές του, Abel Lefranc και Bernard Monod, είχαν επισημάνει ήδη πριν από έναν αιώνα την αξιοπιστία αυτών των μαρτυριών.5 O Lefranc (1863-1952), ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της Γαλλικής Φιλολογίας, θεωρεί πως ο Γκιμπέρ είχε προσεγγίσει θεμελιώδεις κανόνες της κριτικής της ιστορίας,6 ενώ ο Monod, εντυπωσιασμένος από την ιστορική μέθοδο προσέγγισης του Γκιμπέρ, ειδικά στο έργο που μας ενδιαφέρει, τον αποκαλεί «τον πιο πνευματικό άντρα του αιώνα».7
Ένας τρίτος μελετητής του Γκιμπέρ, ο Jay Rubenstein,8 επισημαίνει ότι ο Γάλλος χρονογράφος έχει μια σπάνια αίσθηση αντικειμενικότητας χωρίς να μεροληπτεί υπέρ των Γάλλων:
«Πάνω απ’ όλα, ο Γκιμπέρ ως ιστορικός κατόρθωσε να έχει μια σπάνια αίσθηση αντικειμενικότητας… Ο Γκιμπέρ είναι ελεύθερος να παρουσιάσει μια ισορροπημένη διήγηση της σταυροφορίας, στην οποία εκθέτει και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των Φράγκων. Τέτοια αντικειμενικότητα είναι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη, καθώς ο Γκιμπέρ θα ήταν προκατειλημμένος προς τους Σταυροφόρους όχι μόνο επειδή ήταν χριστιανοί, αλλά και επειδή ήταν Γάλλοι».9
Η ιστορική αυτή προσέγγιση του Γάλλου ιστορικού διαφαίνεται κυρίως στη διήγησή του περί του Αγίου Φωτός. Αφηγείται τα γεγονότα με αντικειμενικότητα, όπως τα έχει διασταυρώσει από τους Σταυροφόρους που επέστρεψαν, χωρίς να μεροληπτεί υπέρ αυτών. Και αυτό έχει ιδιαίτερη αξία για την ερευνά μας.
Η ελληνική μετάφραση που ακολουθεί προέρχεται από την αγγλική μετάφραση του Robert Levine.10 Γράφει ο Γκιμπέρ:
| In illa S. Iherosolimorum civitate vetus quoddam miraculum inoleverat : quod vetus idcirco dixerim , quia ex quo idem coeperit fieri , orbis fere latinus ignorat .… Quod videlicet in ipso Paschali Sabbato, sepulchri lampas Dominici videatur quotannis accensa divinitus.11 |
|
«Σε αυτή την αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, ένα αρχαίο θαύμα επαναλήφθηκε από μόνο του – και το αποκαλώ αρχαίο διότι ο λατινικός κόσμος δεν γνωρίζει πότε ξεκίνησε… Κάθε χρόνο, το Μεγάλο Σάββατο του Πάσχα, η κανδήλα του Τάφου του Κυρίου φαινόταν να ανάβει από μια θεϊκή δύναμη».12 |
Κώδικας Paris Lat . 12945, φ. 60α, 13ος αι. Παρίσι, Bibliothèque Nationale.
Ο Γκιμπέρ ξεκινά την διήγησή του με την αναφορά ότι την εποχή του το θαύμα θεωρείτο ήδη «αγνώστου αρχαιότητος».
Η επόμενη πληροφορία του είναι ακόμη σημαντικότερη επειδή είναι ο τρίτος συγγραφέας που επιβεβαιώνει ένα υπερφυσικό γεγονός το οποίο έχουμε ήδη γνωρίσει: την ανάφλεξη της ακοίμητης κανδήλας το έτος που οι μουσουλμάνοι είχαν αφαιρέσει το φιτίλι της! Το απόσπασμα ξεκινά στο τέλος του φύλλου 60a του χειρογράφου και συνεχίζεται στο φύλλο 60b.
| Audivi a personis quae illuc iere senilibus quod papyrus vel lichinus nam utro utantur utriusque non novi gentilis semel cuiusdam sit techna sublatus, ferrumque remansit iname; sed caelitus labente miraculo, ex ferro lumen emersit , dumque fraude virtutes cupit enervare supernas, didicit contra suam ipsarum naturam Deo suo militare naturas. |
|
«Έχω ακούσει από κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους που πήγαν εκεί ότι ο πάπυρος ή το φιτίλι (δεν γνωρίζω ποιο από τα δύο χρησιμοποιήθηκε) κάποτε αντικαταστάθηκε με ένα τέχνασμα των παγανιστών (μουσουλμάνων), και το μέταλλο παρέμεινε κενό, όμως,ως εκ θαύματος από τον ουρανό, όταν το Φως έλαμψε από το μέταλλο, αυτός που ήθελε να εξαπατήσει τις ουράνιες δυνάμεις έμαθε πως οι φυσικές δυνάμεις μάχονται ακόμη και ενάντια στην ίδια τους τη φύση όταν πρόκειται για τον Θεό».13
|


Η αναφορά του Γκιμπέρ για την ανάφλεξη της κανδήλας από την οποία αφαιρέθηκε το φιτίλι. Κώδικας Paris Lat. 12945, φφ. 60a και 60b, 13ος αι. Παρίσι, Bibliothèque Nationale.
Η βαρυσήμαντη αυτή μαρτυρία του Γκιμπέρ επιβεβαιώνει τις μαρτυρίες του κληρικού Νικήτα (947 μ.Χ.) και του αλ-Μπιρουνί (1000 μ.Χ.) για το ίδιο ακριβώς γεγονός.
Οι μουσουλμάνοι αφαιρούν το φιτίλι της ακοίμητης κανδήλας, όμως, παρ’ όλα αυτά, η κανδήλα αναφλέγεται.
Στη συνέχεια η διήγηση περιγράφει το πρώτο Μεγάλο Σάββατο κατά το οποίο οι Λατίνοι ήταν επικεφαλής στον Ναό της Αναστάσεως, το 1100, επί βασιλείας Βαλδουίνου Α΄. Το Άγιο Φως δεν κατέρχεται τη συνηθισμένη ώρα κατά τη μεσημβρία και οι Λατίνοι θορυβούνται. Οι ιερείς ζητούν από τους Σταυροφόρους να εξομολογηθούν τα αμαρτήματά τους –κυρίως αυτά που αφορούν τις σφαγές αθώων ανθρώπων– και, λίγες ώρες αργότερα, ενώ έχει πέσει σχεδόν η νύχτα, το Άγιο Φως εμφανίζεται.
| Anno ergo, ex quo rex praefatus susceperat sceptra sequenti, eius fuisse traditur difficultas tanta miraculi, ut vix imminente nocte orantium flentiumque potuissent vota compleri. Sermo praefati praesulis factus ad populum, de confessione sollicitat peccatorum, rex et praesul resarciendis pacibus instant; si qua fidei honestatique non congruunt, corrigi promittuntur. Interca, urgente negotio, tam enormium criminum ibi eo die est facta confessio, ut nisi paenitudo succederet, digne fieri videretur luminis sancti, ablata dilatione, sublatio : cuius tamen etiam tunc post correptionem non remoratum accensio. |
|
Τη χρονιά που ο Βαλδουίνος Α΄ δέχθηκε το σκήπτρο [του βασιλιά] από τον προκάτοχό του, λέγεται ότι το θαύμα επιτεύχθηκε με τέτοια δυσκολία που σχεδόν είχε πέσει η νύχταπριν εισακουστούν οι προσευχές και τα δάκρυά τους. Ο ιερέας που αναφέρθηκε πιο πάνω [ο Δαϊμβέρτος]14 εξεφώνησε έναν λόγο στους ανθρώπους, ζητώντας να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους. O βασιλιάς και ο ιερέας τούς παρότρυναν να φέρουν την ειρήνη στους εαυτούς τους και υπόσχονταν να επανορθώσουν οτιδήποτε ήταν αντίθετο στην πίστη και την αρετή. Εντωμεταξύ, λόγω του επείγοντος του θέματος, τόσα πολλά κρυμμένα εγκλήματα εξομολογήθηκαν εκείνη την ημέρα που, αν δεν ακολουθούσε η μετάνοια, θα έμοιαζε σωστό για το Άγιο Φως να έχει απομακρυνθεί χωρίς καμιά καθυστέρηση. Εντούτοις, αμέσως μετά τη μομφή, η κανδήλα άναψε».15 |
Η διήγηση του Γκιμπέρ περί του Μεγάλου Σαββάτου του 1100. Κώδικας Paris Lat. 12945, φ. 60β , 13ος αι. Παρίσι, Bibliothèque Nationale.
Οι Λατίνοι ιερείς θεώρησαν ότι αιτία για τη μη έλευση του Αγίου Φωτός ήταν τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Σταυροφόροι στην αγία πόλη, εννιά μήνες νωρίτερα. Στη μεγάλη σφαγή της 15ης Ιουλίου του 1099 είχαν θανατωθεί ακόμη και τα μικρά παιδιά. Έτσι, θεωρήθηκε πως οι εξομολογήσεις των Σταυροφόρων λειτούργησαν ως εξευμενισμός της θεϊκής δύναμης.
Εντυπωσιάζει η ειλικρίνεια του Γκιμπέρ ότι τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν ήταν τόσο πολλά που, αν δεν ακολουθούσε η μετάνοια, το Άγιο Φως θα έπρεπε αμέσως να απομακρυνθεί. Ο Γάλλος ιστορικός είχε πληροφορηθεί τα εγκλήματα από τους ίδιους τους Σταυροφόρους και η αντικειμενικότητά του είναι πράγματι αξιέπαινη.
Στη συνέχεια, η διήγηση μεταφέρεται στο επίμαχο και πολυσυζητημένο Μεγάλο Σάββατο του 1101.
| At altero posthac anno, ubi ad eam ventum est horam, qua Sepulcrum gloriosum flamma caelestis efficeret, universorum penitus vota suspiciunt. Graecis igitur ac Syris, Armeniisque pariter ac Latinis, quibusque pro suarum linguarum idiomatibus Deum ac eius convocantibus sanctos; rege, proceribus et populo paenitentia cordiumque rugitibus prosequentibus cleros, misero omnes exulcerabantur affectu, quod ea, urbe iam a Christianis obtenta, inibi contingebant quae nunquam evenisse sub paganis audierant. |
|
«Την επόμενη χρονιά [1101], όταν ήρθε η ώρα για την ουράνια φλόγα να δοξάσει τον Τάφο, όλοι οι άνθρωποι ανύψωναν τις προσευχές τους από βαθιά μέσα τους. Έλληνες και Σύριοι, Αρμένιοι και Λατίνοι, ο καθένας στη δική του γλώσσα, επικαλείτο τον Θεό και τους αγίους του. Ο βασιλιάς, οι αρχηγοί, και ο λαός, με μετάνοια και θλίψη στις καρδιές τους παρέλασαν πίσω από τους ιερείς. Όλοι οι άνθρωποι ήταν λυπημένοι, επειδή από την ημέρα που η πόλη είχε καταληφθεί από τους [Λατίνους] χριστιανούς, είχαν συμβεί γεγονότα τα οποία ουδέποτε ακούστηκε ότι συνέβησαν στα χρόνια των αλλοθρήσκων».16 |
Ο Γκιμπέρ αναφέρεται στα γεγονότα του Μεγάλου Σαββάτου των δύο συνεχόμενων ετών, του 1100 και του 1101, τα οποία όπως ο ίδιος λέει, δεν είχαν συμβεί ποτέ στο παρελθόν. Και συνεχίζει:
| Ea dies re infecta universos in sua tecta remisit; nox gemina irruit, acrisque maestitia generaliter omnium pectora torsit. In crastino deliberant, ut ad templum usque Domini debito cum maerore procedant. Ierant gaudii prorsus paschalis immemores, dum nullus habitu differt a die Parasceues: cum ecce ab aedituis ecclesiae post cunfium terga concinitur, quia sacri monumenti lampas accenditur. Quid immoror? Tanta eo die gratia, aucto suae ubertatis ex dilatione successu, emicuit, ut illa Dei claritas non quidem simul sed vicissim intra Sepulcri ecclesiam lampades ferme L tetigerit. Haec non modo inter sacra contigere mysteria, verum cum peractis officiis rex pranderet in aula, cogitur frequentibus nuntiis ad nova videnda lumina reiecta consurgere mensa.17 |
|
«Εκείνη την ημέρα, όταν το θαύμα δεν επιτελέστηκε, όλοι επέστρεψαν στις οικίες τους. Εκεί πέρασαν δύο νύχτες, με πικρή απογοήτευση να βασανίζει τα στήθη τους. Την επόμενη ημέρα αποφάσισαν να τελέσουν μια λιτανεία στον Ναό του Κυρίου, με το κατάλληλο πένθος. Αναχώρησαν, χωρίς τη χαρά του Πάσχα, ενδεδυμένοι χωρίς διαφορά από την προηγούμενη ημέρα, όταν ξαφνικά, από πίσω τους, οι φύλακες του ναού τούς ανήγγειλαν πως η κανδήλα του ιερού μνημείου είχε ήδη ανάψει. Γιατί χρονοτριβώ; Εκείνη την ημέρα έλαμψε τέτοια ευλογία, αυξανόμενη πλουσιοπάροχα από την καθυστέρηση, που η φλόγα του Θεού άναψε, αν και όχι ταυτοχρόνως αλλά διαδοχικά, σχεδόν σε 50 κανδήλες. Όχι μόνο κατά τη διάρκεια των ιερών μυστηρίων, αλλά ακόμη και όταν ο βασιλιάς, μετά τη λήξη των λειτουργιών, έτρωγε στο παλάτι, απεσταλμένοι έρχονταν συχνά να τον προσκαλέσουν να εγκαταλείψει το τραπέζι για να αντικρίσει τις νέες κανδήλες που άναψαν».18 |

Η διήγηση του Γκιμπέρ για το Μεγάλο Σάββατο του 1101. Κώδ. Paris Lat. 12945, φ .60b, 13ος αι. Παρίσι, Bibliothèque Nationale.

Ο Ναός της Αναστάσεως από ψηλά και στο βάθος ο χρυσός Θόλος του Βράχου, την ώρα που δύει ο ήλιος (φωτ. Albatross). Την εποχή των Σταυροφόρων ο Θόλος του Βράχου μετατράπηκε από μουσουλμανικό τέμενος σε χριστιανικό ναό με την προσθήκη ενός σταυρού στον τρούλο και ονομάστηκε «Ναός του Κυρίου». Σε αυτό τον ναό κατευθυνόταν η λιτανεία των Λατίνων, όταν, σύμφωνα με τον Γκιμπέρ, στη μέση της διαδρομής πληροφορήθηκαν ότι το Άγιο Φως είχε ήδη εμφανιστεί. Κάτω, ο Ναός της Αναστάσεως σε γκραβούρα του 1681, από το σύγγραμμα Reizen του Cornelis de Bruyn. Με το Α υποδηλώνεται ο τρούλος πάνω από τον Πανάγιο Τάφο, με το Β ο τρούλος του Ναού των Ορθοδόξων, και με Γ το τέμενος του Θόλου του Βράχου στο βάθος αριστερά. H απόσταση μεταξύ του ναού και του τεμένους είναι 500 μέτρα.

Η μαρτυρία του Γκιμπέρ είναι η πιο πλήρης και αναλυτική από όλες όσες προηγήθηκαν. Δεν ήταν παρών στα γεγονότα, όμως, είχε αντλήσει πληροφορίες από Σταυροφόρους που ήταν.
Το χρονικό διάστημα που οι Λατίνοι είχαν εγκαταλείψει τον Πανάγιο Τάφο για να μεταβούν στον Ναό του Κυρίου (Θόλος του Βράχου), όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Έλληνες και οι Σύριοι ορθόδοξοι άρχισαν να επαναλαμβάνουν τις καθιερωμένες επικλήσεις, γύρω από τον Τάφο. Και τότε, το Άγιο Φως εμφανίστηκε.
Οι Λατίνοι πληροφορήθηκαν ότι το θαύμα επιτελέστηκε ενώ ακόμη βάδιζαν προς τον «Ναό του Κυρίου». Δηλαδή, το Άγιο Φως κατήλθε μέσα σε λίγα λεπτά αφότου οι Λατίνοι εγκατέλειψαν τον άγιο Τάφο.
Σύμφωνα με την περιγραφή του Γκιμπέρ, εκείνη την ημέρα άναψαν περίπου 50 κανδήλες, ενώ το Φως εξακολουθούσε να κάνει αισθητή την παρουσία του επί πολλές ώρες.
Αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που ένας Λατίνος πατριάρχης επιχείρησε να τεθεί επικεφαλής της τελετής του Αγίου Φωτός.
Πολλοί, όπως προαναφέραμε, θεώρησαν τον επίσκοπο Δαϊμβέρτο ως έναν από τους βασικούς υπαίτιους αυτής της αποτυχίας. Λίγους μήνες αργότερα, ο βασιλιάς Βαλδουίνος Α΄ τον παύει οριστικά από τα καθήκοντά του και τον εξορίζει από την πόλη. Δημεύει όλη του την περιουσία και στη θέση του διορίζει τον Έβρεμαρ (Evremar).19 Όμως, στις τελετές του Αγίου Φωτός ορίζει επικεφαλής τον Έλληνα αρχιερέα, και συγκεκριμένα τον ηγούμενο της μονής του Αγίου Σάββα ο οποίος την περίοδο εκείνη αντικαθιστούσε τον εξορισμένο Έλληνα πατριάρχη.
Ανακεφαλαιώνοντας όλα όσα παραθέσαμε γύρω από την τελετή του Αγίου Φωτός του έτους 1101 μπορούμε να επισημάνουμε πως οι οκτώ χρονογράφοι που εξετάσαμε, άλλοι εν συντομία και άλλοι με περισσότερες λεπτομέρειες, καταγράφουν με μικρές αποκλίσεις τα ίδια γεγονότα: το θαυματουργικό άναμμα της κανδήλας στο εσωτερικό ενός κλειδωμένου Τάφου μετά τις επικλήσεις των Ορθοδόξων, απόντων των Λατίνων, και αργότερα την ανάφλεξη περισσοτέρων κανδηλών (16 κατά τους Έκεχαρντ και Καφάρο, 50 κατά τον Γκιμπέρ, και «όλων των κανδηλών» κατά τον Γουλιέλμο) κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας. Το θαύμα συνεχιζόταν επί πολλές ώρες και, σύμφωνα με την ομόφωνη διήγηση των οκτώ χρονογράφων που εξετάσαμε, λάμβανε χώρα για πρώτη φορά όχι το Μεγάλο Σάββατο, αλλά την Κυριακή του Πάσχα –ομοφωνία που αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση για την αυθεντικότητα του γεγονότος.
Πέντε περίπου χρόνια αργότερα, περί το 1106, ο Ρώσος ηγούμενος Δανιήλ ξεκινά από τη Μόσχα ένα μακρύ οδοιπορικό με προορισμό τους Αγίους Τόπους.
Ο Ρώσος προσκυνητής είναι ένας ακόμη αυτόπτης μάρτυρας της τελετής του Αγίου Φωτός και διηγείται τα γεγονότα ευρισκόμενος ακριβώς μπροστά στην είσοδο του αγίου Τάφου.
Παραπομπές :
1. Paris Nat. Lat. 18416, 12ος αι. - Paris Nat. Lat. 18417, 12ος αι. - Paris Nat. Lat. 12945, 13ος αι. Βλ. J.P. Migne, PL, clvi. - Vatican Reg. 122, 13ος αι., φφ. 140-162.
2. J. Bongars, Gesta Dei Per Francos, βιβλίο 7ο, κεφ. xli & xllii, Αννόβερο 1611.
3. Dom Luc d’Achery, Venerabilis Guiberti abbatis B. Mariae de Novigento opera omnia, Παρίσι 1651. Βλ. επίσης J.P. Migne (PL 156.184), και RHC Occ., τ. 4, σ. 115-263. Το 1913, ο Η . Hagenmeyer, στο τέλος του βιβλίου του για τον Κώδικα L, παρέθεσε μόνο το απόσπασμα του Γκιμπέρ που αναφέρεται στο Άγιο Φως, με τίτλο Der Feuerwunderbericht Guibertis v. Nogent, δηλαδή: Το θαύμα της ιερής φλόγας του Γκιμπέρ της Νοζάν (H. Hagenmeyer, Fulcheri Carnotensis Historia Hierosolymitana [1095-1127]: mit Erläuterungen und einem Anhange, σ. 836-837).
4. «Whatever I have added, I have learned from eye-witnesses, or have found out for myself... Someone objects to me that I have not seen, he can not object that I have not heard – for I truly believe that hearing is, in a way, almost as good as seeing» (Guibert of Nogent, The Deeds of God through the Franks, μετάφρ. R. Levine, Rochester 1997, πρόλογος).
5. «Monod praises Guibert as a historian and, like LeFranc, emphasizes Guibert’s reliance upon eyewitness testimony», δηλαδή : «Ο Monod επαινεί τον Γκιμπέρ ως ιστορικό και, όπως ο LeFranc, δίνει έμφαση στην αξιοπιστία του Γκιμπέρ πάνω στις μαρτυρίες των αυτόπτων μαρτύρων» (J. Rubenstein, Guibert of Nogent: Portrait of a Medieval Mind, Λονδίνο 2002, σ. 5).
6. A. Lefranc, Le traité des reliques de Guibert de Nogent et les commencements de la critique historique au moyen âge, Παρίσι 1896, σ. 285-306. Ο R. Benton μεταφράζει στα αγγλικά το σχόλιο του A. Lefranc: «Guibert was better prepared than anyone of his time to glimpse some of the essential rules of historical criticism» (R. Benton, Self and Society in Medieval France, Νέα Υόρκη 1970, σ. 9).
7. Bernard Monod, «De la méthode historique chez Guibert de Nogent», RΗ 84 (1904), σ. 52.
8. Ο Jay Rubenstein είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί.
9. «Above all Guibert attained as a historian a rare sense of objectivity… Guibert is free to present a balanced account of the Crusade, one which stresses both the Franks’ successes and their failures. Such objectivity is especially remarkable, since Guibert would have been biased towards the Crusaders not only because they were Christians, but also because they were French» (J. Rubenstein, ό.π., σ. 5).
10. Ο Robert Levine είναι Καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης.
11. Guiberti Abbatis, Gesta Dei per Francos, επιμ. Bongars, σ. 255. Επίσης, έκδ. Hagenemeyer, σ. 836.
12. «In that holy city of Jerusalem, an ancient miracle renewed itself, and I call it ancient because the Latin world does not know when it begun… Every year, on the Sabbath of Easter, the lamp of the Lord's tomb seemed to be kindled by divine power» (Guibert of Nogent, ό.π., σ. 262).
13. «I have heard from some old men who went there that the papyrus or wick, I don’t know which of them was used, was once removed by a pagan’s trick, and the metal remained empty, but, by means of a miracle from heaven, when light shone from the metal, he who wanted to defraud the heavenly powers learned that natural forces fight even against their own natures for their God» (Guibert of Nogent, ό.π., σ. 262).
14. Λίγο πιο πάνω στο κείμενο αναφέρεται ο Δαϊμβέρτος, ως επίσκοπος όμως και όχι ως ιερέας. Γι’ αυτό η φράση «ο ιερέας» είναι λίγο ασαφής. Επιπλέον, αρκετά πιο πίσω στο κείμενο αναφέρεται και ο ιερέας Αρνούλφος, ο προκάτοχος του Δαϊμβέρτου.
Σε επικοινωνία που είχα με τους καθηγητές J. Rubenstein και R. Levine, ο πρώτος μού ανέφερε πως η φράση είναι πιθανόν να μην αναφέρεται στον Δαϊμβέρτο, ενώ ο δεύτερος υποστηρίζει ότι ο ιερέας που προαναφέρεται στο κείμενο είναι σαφώς ο Δαϊμβέρτος. Ο ιερέας φαίνεται να είναι πράγματι ο Δαϊμβέρτος, αφού θα ήταν μάλλον απίθανο να εκφωνήσει λόγο στο πλήθος ο καθαιρεμένος Αρνούλφος.
15. «In the year that Baldwin accepted the sceptre from his predecessor, it is said that the miracle was obtained with such difficulty that night was almost upon them before their prayers and tears were answered. The priest mentioned above delivered a sermon to the people, asking for sinners to confess; the king and the priest urged them to make peace among themselves, and they promised to remedy whatever was contrary to faith and to virtue. Meanwhile, because of the urgency of the matter, so many hideous crimes were confessed that day, that if penitence did not follow, it would have seemed correct for the sacred light to have been removed without delay; however, soon after the reproof, the lamp was lit» (Guibert of Nogent, ό.π., σ. 262).
16. «The next year, when the time came for the celestial flame to make the tomb glorious, all men lifted up their prayers from deep within. Greeks and Syrians, Armenians and Latins, each in his own language, called upon God and his saints. The king, the leaders, and the people, with penance and grief in their hearts, marched behind the priests; all men were racked with pain, because, since the day that the city was won by the Christians, things had happened there that they had never heard of happening under the pagans» (Guibert of Nogent, ό.π., σ. 262).
17. Guiberti Abbatis, Gesta Dei per Francos, έκδ. J. Bongars, Αννόβερο 1611, σ. 255. Βλ. επίσης Η. Hagenemeyer, ό.π., παρ. 4, σ. 836.
18. «That day, when the miracle did not happen, everyone returned home; there was a double night, with bitter sadness tormenting their breasts. The next day they decided to make a procession, with appropriate mourning, to the Temple of the Lord. They went, without the joy of Easter, dressed no differently from the day before, when suddenly, behind them, the keepers of the temple proclaimed that the lamp of the sacred monument was lit. Why do I delay? On that day such grace shone, augmented abundantly by the delay, that the brilliance of God illuminated, although not simultaneously, but sequentially, approximately fifty lamps. Not only during the sacred mysteries, but even when the king, after services were over, ate in the palace, messengers came frequently to summon him to leave the table to see the lights newly lit» (Guibert of Nogent, ό.π., σ. 262).
19. H επίσημη σφραγίδα του Έβρεμαρ ήταν δίγλωσση. Στη μία πλευρά έγραφε EVREMARUS PATRIARCHA HIERUS(A)L(Ε)M και στην άλλη «Ο ΑΓΙΟΣ ΤΑΦΟΣ ΚΥΡΙΟΥ, ΙΗΣ(ΟΥΣ) ΧΡΙΣ(ΤΟΣ)», γεγονός που φανερώνει τις ισορροπίες μεταξύ Λατίνων και Ελλήνων. Βλ. C. MacEvitt, The Crusades and the Christian World of the East: Rough Tolerance, Πενσιλβάνια 2007, σ. 119.