O Μολδαβός μοναχός Παρθένιος (1846) και ο Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος (1867)
Από τις αρχές του 17ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, επί δυόμισι περίπου αιώνες, όλοι οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων διέμεναν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στην Κωνσταντινούπολη και επισκέπτονταν την Ιερουσαλήμ σε ειδικές περιπτώσεις.1 Η θέση τους αναπληρωνόταν από τον εκάστοτε πατριαρχικό επίτροπο, τον οποίο όριζαν οι ίδιοι.
To 1839, ορίζεται πατριαρχικός επίτροπος ο Κύπριος Επίσκοπος Μελέτιος,2 ο οποίος από τότε, κάθε Μεγάλο Σάββατο, τίθεται επικεφαλής της τελετής του Αγίου Φωτός.
Στις 16 Μαρτίου του 1845, εκλέγεται πατριάρχης Ιεροσολύμων ο Κύριλλος Β΄3 ο οποίος καταργεί αμέσως την παράδοση που ήθελε τους πατριάρχες να διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει να διαμείνει μόνιμα στη φυσική του έδρα, την Ιερουσαλήμ.
Έναν χρόνο αργότερα, το Μεγάλο Σάββατο του 1846, ο Πατριάρχης Κύριλλος και ο Επίσκοπος Μελέτιος εισέρχονται μαζί στον Ναό της Αναστάσεως. Όμως, ενώ όλοι περιμένουν ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος θα αναλάβει τα ηνία της τελετής, αντιθέτως, με δική του έγκριση, συνεχίζει να είναι επικεφαλής ο Επίσκοπος Μελέτιος.
Είναι πολύ σημαντικό για την ιστορική έρευνα που διεξάγουμε ότι η συγκεκριμένη τελετή περιγράφεται από έναν αυτόπτη μάρτυρα. Πρόκειται για έναν γνώριμό μας προσκυνητή: τον Μολδαβό μοναχό Παρθένιο Αγκέεβ, ο οποίος είχε καταγράψει την προφορική παράδοση ότι ο κίονας της πύλης του ναού της Αναστάσεως ανεφλέγη το 1579 αφού πρώτα χτυπήθηκε από κεραυνό.
Η διήγησή του μοναχού Παρθένιου για την τελετή του 1846 παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Κάνει λόγο για δύο ποτάμια φωτιάς που εξαπλώνονται μέσα στον ναό και επιπλέον μας πληροφορεί ότι, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι μουσουλμάνοι εξακολουθούν να παρευρίσκονται στην τελετή και να γιορτάζουν το θαύμα με ιδιαίτερο ζήλο. Γράφει ο Μολδαβός μοναχός:
«Οι Τούρκοι άνοιξαν τον Τάφο του Χριστού και έσβησαν όλες τις κανδήλες. Τότε ήρθαν οι τουρκικές αρχές και ο ίδιος ο Πασάς… Ο ναός ήταν ασυνήθιστα συνωστισμένος και αποπνικτικός… Δεν υπήρχε τίποτε αναμμένο πουθενά. Ο Πατριάρχης [Κύριλλος] μετέβη στο κεντρικό εικονοστάσιο μαζί με τον πρέσβη. Ο Επίσκοπος Υπεριορδανίας, Μελέτιος, κάθισε μέσα στο Ιερό μαζί με τους υπόλοιπους επισκόπους, όλοι τους μελαγχολικοί… Μόλις τελείωσε η λιτανεία, όλος ο κλήρος μετέβη γρήγορα με τα λάβαρα στο Ιερό. Ο Επίσκοπος Μελέτιος παρέμεινε μόνος του στην είσοδο του Τάφου στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι τον απέκδυσαν, και οι αρχές τον έψαξαν. Τότε τοποθέτησαν το ωμοφόριο πάνω του, άνοιξαν τον Τάφο του Χριστού και του επέτρεψαν να εισέλθει.… Κάποια ώρα είχε περάσει, δεν γνωρίζω πόση ακριβώς, διότι ήμασταν όλοι αναστατωμένοι από φόβο. Τελείως ξαφνικά, κοντά στον Τάφο του Χριστού έλαμψε ένα Φως. Σύντομα το Φως εμφανίστηκε από το Ιερό, στο άνοιγμα στις βασιλικές πύλες, και εξαπλώθηκε σαν δύο ποτάμια φωτιάς, ένα από τη δύση, από τον Τάφο του Χριστού, και το άλλο από την ανατολή, από το Ιερό. Ω, τι μεγάλη χαρά και αγαλλίαση που υπήρχε μέσα στην εκκλησία. Όλοι έμοιαζαν μεθυσμένοι ή εκτός εαυτού, και δεν ξέραμε ποιος έλεγε τι και ποιος έτρεχε που. Υπήρχε μεγάλος θόρυβος σε όλο τον ναό. Όλοι έτρεχαν τριγύρω, και όλοι έκλαιγαν με χαρά και ευχαριστίες – περισσότερο απ’ όλους οι γυναίκες των Αράβων. Οι ίδιοι οι Τούρκοι, οι μουσουλμάνοι, έπεφταν στα γόνατα και φώναζαν «Αλλάχ, Αλλάχ», που σημαίνει, «Ώ Θεέ, Ω Θεέ». Ω, τι παράξενο και υπέροχο θέαμα! Όλη η εκκλησία είχε κατακλυσθεί από το Φως. Τίποτα δεν μπορούσε να ειδωθεί μέσα σε αυτή εκτός από το ουράνιο Φως».4

Πάνω, η έλευση του Αγίου Φωτός το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου του 1878. Κάτω, λεπτομέρεια της εικόνας: προσκυνητές σπεύδουν να ανάψουν τις λαμπάδες τους από τις φλόγες του Αγίου Φωτός που εξέρχονται από τις οπές του Παναγίου Τάφου. Εφημερίδα The Graphic, Λονδίνο, 21 Σεπτεμβρίου 1878.
Η διήγηση του μοναχού Παρθένιου είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική και λεπτομερής. Η παρουσία του Αγίου Φωτός είναι τόσο φανερή και επιβλητική, που πανηγυρίζεται ακόμη και από τους μουσουλμάνους.
Εκείνο το Μεγάλο Σάββατο του 1846, ο Επίσκοπος Μελέτιος ήταν επικεφαλής της τελετής για 7η συνεχόμενη χρονιά.
Είκοσι ένα χρόνια αργότερα, το Μεγάλο Σάββατο του 1867, ο Πατριάρχης Κύριλλος ολοκληρώνει είκοσι τρία χρόνια στον πατριαρχικό θρόνο, όμως, ο Επίσκοπος Μελέτιος εξακολουθεί να είναι επικεφαλής της τελετής. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Άραβες τον αποκαλούσαν «Επίσκοπο του Φωτός»! Γράφει ο Ουόρεν το Μεγάλο Σάββατο του 1868:
«Οι επίσκοποι της ελληνικής εκκλησίας μπορούν να μετρηθούν κατά δεκάδες. Αλλά που είναι ο επίσκοπος Πέτρας, ο “Επίσκοπος του Φωτός” όπως τον αποκαλούν οι Άραβες; Δεν είναι εδώ. Απεβίωσε τον προηγούμενο χρόνο και δεν έχει αντικατασταθεί. Τι σπάνια ευκαιρία για να μην συνεχιστεί το θαύμα. Όμως το θαύμα θα γίνει. Ο Πατριάρχης Κύριλλος οφείλει να πάρει τη θέση του και να το φέρει εις πέρας».5
Το Μεγάλο Σάββατο του 1867, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, ο Επίσκοπος Μελέτιος προΐσταται στην τελετή του Αγίου Φωτός για 29η και τελευταία φορά. Αντιθέτως, ο αρχαιολόγος Ουόρεν συμμετέχει στην τελετή για πρώτη φορά. Έκπληκτος από αυτά που βιώνει μέσα στον ναό προσπαθεί να εξερευνήσει τη φύση του θαύματος και γι’ αυτό, μετά από λίγες ημέρες, αποφασίζει να συναντήσει τον Μελέτιο.
Όμως, εκείνο το Μεγάλο Σάββατο του 1867, έλαβε χώρα στο εσωτερικό του Τάφου ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό γεγονός. Όπως αναφέρει ο Ουόρεν στο έργο του Υπόγεια Ιερουσαλήμ, ο Επίσκοπος Μελέτιος του εκμυστηρεύθηκε ότι, όταν εισήλθε στον εσωτερικό θάλαμο του Τάφου, τοποθέτησε πάνω στην ταφόπλακα ένα ιερό κειμήλιο του χριστιανισμού: το αποκαλούμενο Άγιο Μανδήλιο ή αλλιώς Μανδήλιο της Βερονίκης.
Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Ιησούς βάδιζε προς τον Γολγοθά φέροντας στους ώμους του τον Τίμιο Σταυρό, μια κάτοικος της πόλης, η αποκαλούμενη Βερονίκη, τον ευσπλαχνίστηκε και αφού έσπευσε στο πλευρό του, χρησιμοποίησε το προσωπικό της μανδήλιο για να καθαρίσει τις πληγές στο πρόσωπό του. Και τότε, αποτυπώθηκε στο μανδήλιό της το Πρόσωπο του Θεανθρώπου.
Η αρχαιότερη αναφορά σχετικά με τη Βερονίκη συναντάται στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικόδημου6 ή Άκτα Πιλάτου, το οποίο ήταν γνωστό ήδη από τον 2ο αιώνα. Σε αυτό το έργο αναφέρεται ότι η Βερονίκη ήταν η αιμορροούσα γυναίκα που θεραπεύθηκε από τον Ιησού, απλώς και μόνο με το άγγιγμα του χιτώνα του.7
Το περιστατικό της συνάντησης της Βερονίκης με τον Ιησού στη διαδρομή προς τον Γολγοθά καταγράφεται στο σύντομο έργο Cura Sanitatis Tiberii8 (H θεραπεία του αυτοκράτορα Τιβέριου), το οποίο σχηματίστηκε στη Δύση περί τον 7ο αιώνα9 και αποτελούσε μια λατινική προσθήκη στο ελληνικό Ευαγγέλιο του Νικόδημου.

Ο Ιησούς και η Βερονίκη σε φορητή εικόνα που βρίσκεται στο
ελληνορθόδοξο
παρεκκλήσι του Τάφου της Παναγίας στη Γεσθημανή.

Άγαλμα της Βερονίκης με το μανδήλιό της, που βρίσκεται στη Βασιλική
του Αγίου Πέτρου
στη Ρώμη, έργο του 1629 του γλύπτη Francesco Mochi.
Σύμφωνα με μεσαιωνικές αναφορές, το αυθεντικό Μανδήλιο της Βερονίκης φυλασσόταν στην παλαιά Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη από τον 12ο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα και ήταν ένας ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός για τους προσκυνητές.
Περί το 1610, κατά τη διάρκεια της ανακατασκευής της Βασιλικής με βάσει τα νέα σχέδια του Μιχαήλ Αγγέλου, το μανδήλιο εξαφανίστηκε και από τότε αγνοείται η τύχη του. Δυόμισι αιώνες αργότερα, ο αρχαιολόγος Ουόρεν, στο έργο του Υπόγεια Ιερουσαλήμ, διηγείται ότι το Μανδήλιο της Βερονίκης που υπήρχε στο Βατικανό, βρισκόταν πλέον στην κατοχή των Ελλήνων της Ιερουσαλήμ. Αυτό του εκμυστηρεύθηκε ο Επίσκοπος Μελέτιος, λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή.
Ας εξετάσουμε όμως τώρα τι ακριβώς βίωσε στο εσωτερικό του Παναγίου Τάφου ο Μελέτιος, το τελευταίο Μεγάλο Σάββατο της ζωής του, όταν σε ηλικία 82 ετών τοποθέτησε το Μανδήλιο της Βερονικής πάνω στην ταφόπλακα και εν συνέχεια προσευχήθηκε για την έλευση του Αγίου Φωτός. Γράφει ο Ουόρεν:
“Το θαύμα, τον προηγούμενο χρόνο, πραγματοποιήθηκε από τον Επίσκοπο Πέτρας [Μελέτιο]. Είναι ευρέως γνωστό ότι υπάρχει ένα Μανδήλιο της Βερονίκης στην Ευρώπη, όπως πιστεύω στο Βατικανό· αλλά ίσως δεν πρέπει να είναι γνωστό ότι οι Έλληνες πιστεύουν ότι αυτοί κατέχουν το ίδιο μανδήλιο. Είναι αυτό το οποίο ο Επίσκοπος πήρε στον Τάφο, μέσα σε μια ασημένια θήκη, και το άπλωσε πάνω στην ταφόπλακα. Πάνω σε αυτό συγκεντρώθηκε η φλόγα, και τότε, πιάνοντάς το από τις τέσσερις γωνίες, η φλόγα ήταν μέσα σε σάκο, και μπορούσε να χύνεται αφθόνως ή να ρέει αφειδώς μέσα στο σκεύος της κανδήλας”.10

To πρόσωπο του Ιησού Χριστού στο Μανδήλιο της Βερονίκης, όπως το απεικόνισε τo 1874 ο Τσέχος
ζωγράφος
Gabriel Cornelius von Max (1840 - 1915). Κάποιοι εκτιμούν ότι αποτελεί δική του έμπνευση,
ενώ κάποιοι άλλοι ότι
είναι αντίγραφο ενός άλλου πολύ αρχαιότερου μανδηλίου, ίσως αυτού που υπήρχε
στο Βατικανό. Η εικόνα
προέρχεται από αντίγραφο του μανδηλίου που ζωγράφισε ο Gabriel Max, το οποίο
βρίσκεται στην ελληνορθόδοξη
μονή του Αγίου Ευθυμίου στην Ιερουσαλήμ (φωτ. Χ. Σκαρλακίδης).
Ο «Επίσκοπος του Φωτός», όπως αποκαλούσαν οι Άραβες τον Επίσκοπο Πέτρας Μελέτιο, είναι επικεφαλής της τελετής για 29η και τελευταία φορά. Τοποθετεί το ιερό μανδήλιο πάνω στην ταφόπλακα και τότε, σύμφωνα με τη διήγησή του στον Βρετανό αρχαιολόγο, το Άγιο Φως εμφανίζεται πάνω στο εικονιζόμενο Πρόσωπο του Χριστού. Η ιερή φλόγα δεν προκαλεί φθορά στο μανδήλιο, αλλά μοιάζει με ένα ρευστό Πυρ που αναβλύζει με αφθονία από το Πρόσωπο του Χριστού.
Ο Επίσκοπος Μελέτιος μεταφέρει το μανδήλιο πάνω από την κανδήλα και η θεϊκή φλόγα, λες και επρόκειτο για μία πύρινη μάζα που είχε βαρύτητα, κυλάει μέσα στο σκεύος της κανδήλας.
Αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα στον άγιο Τάφο, δια της παρουσίας του Ακτίστου Φωτός, φέρνει στη θύμηση αυτό που συνέβη κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ, και πάλι διά της παρουσίας του Ακτίστου Φωτός:
«Και έλαμψεν το Πρόσωπο αυτού ως ο Ήλιος» (Ματθαίος, 17:2).
Μέσα σε έναν τελείως σκοτεινό νεκρικό θάλαμο, το σκοτάδι διαλύεται από ένα Φως που πηγάζει από το Πρόσωπο του Χριστού . Για άλλο ένα Μεγάλο Σάββατο, ο Χριστός έρχεται μέσα στον Τάφο Του σαν Φως.
Όπως σαν Φως ήρθε και μέσα στον κόσμο:
«Εγώ ήλθα σαν Φως εις τον κόσμον, δια να μη μείνη στο σκοτάδι κανένας που πιστεύει σ’ εμέ. Και εάν κανείς ακούση τα λόγια μου και δεν πιστέψη, εγώ δεν τον καταδικάζω, διότι δεν ήλθα δια να καταδικάσω τον κόσμον, αλλά δια να σώσω τον κόσμον» (Ιωάννης, 12:46-47).
Παραπομπές:
1. Ο Derek Hopwood αναφέρει ότι ο Κύριλλος «ήταν ο πρώτος πατριάρχης που επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ και έδρασε ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη». Βλ. D. Hopwood, The Russian presence in Syria and Palestine 1843-1914: Church and politics in the Near East, σ. 42.
2. Ο Επίσκοπος Πέτρας Ιορδανίας, Μελέτιος Ματτέος, γεννήθηκε το 1785 στο ορεινό χωριό Λεμύθου της Κύπρου.
3. Η εκλογή του έγινε στην Ιερουσαλήμ από την Αγιοταφική Αδελφότητα και όχι στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
4. «The Turks opened Christ's Sepulchre and put out all the lamps. Then the Turkish authorities and the Pasha himself came… The church was unusually crowded and stuffy… There was nothing lit anywhere. The Patriarch went up to the main iconostasis with the consul. Meletius, the Metropolitan of Trans-Jordan, sat in the altar with the rest of the bishops, all melancholy… Having finished the procession, all the clergy went quickly into the altar with the banners. Metropolitan Meletius stayed alone at the entrance of the Sepulchre in the hands of the Turks. The Turks divested him, and the authorities searched him. Then they put the omophorion on him, opened the Sepulchre of Christ, and let him go inside… Some time passed, I do not know how long, for we were all beside ourselves from a kind of fear. But all of a sudden from near Christ's Sepulchre there shined a light. Soon light also appeared from the altar in the royal doors in the opening. And it flowed like two rivers of fire, one from the west, from Christ's Sepulchre, and another from the east, from the altar. Oh, what joy and exultation there was in the church then! Everyone became as though drunk or besides himself, and we did not know who was saying what, or who was running where! And a great noise rose in all of the church. All were running around, all were crying out in joy and thanksgiving - most of all the Arab women. The Turks themselves, the Moslems, fell on their knees and cried, "Allah, Allah," that is, "O God, O God!" Oh, what a strange and most wonderful sight! The whole church was transformed into fire. Nothing could be seen in the church besides the heavenly Fire» (Monk Parthenius, “Holy Week and Pascha in Jerusalem,” Orthodox Life 34, 2 (1984), Νέα Υόρκη, Jordanville. Βλ. επίσης Κ. Μηλιαράς, Άγιον Φως, σ. 17).
5. «The bishops of the Greek Church can be counted by tens; but where is the Bishop of Petra, the “Bishop of Light” as the Arabs call him? He is not! He died last year, and has not been replaced; what a rare opportunity for discontinuing the miracle! But it is to be; the Patriarch Cyril must take his place and work it» (C. Warren, Underground Jerusalem, σ. 433).
6. Το Ευαγγέλιο του Νικόδημου ή Acta Pilati είναι ένα απόκρυφο αρχαίο κείμενο που περιέχει τα Πρακτικά της Δίκης του Χριστού καθώς και τα γεγονότα που επακολούθησαν μέχρι την Ανάσταση και την Ανάληψή του. Το έργο εγράφη από κάποιον Φαρισαίο ο οποίος ήταν επίλεκτο μέλος της ιερατικής κάστας των Ιουδαίων. Η αρχαιότερη αναφορά στο έργο συναντάται από τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο ο οποίος περί το 150 μ.Χ., στο έργο του Απολογία Α΄, το αποκαλεί με τον εξελληνισμένο όρο Άκτα Πιλάτου. Η σημερινή μορφή του έργου ολοκληρώθηκε τον 4ο αιώνα.
7. Στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται το όνομά της. Βλ. Ματθαίος 9:20-22, Μάρκος 5:25-34, Λουκάς 8:43-49.
8. Στο ίδιο έργο αναφέρεται ότι η Βερονίκη μετέβη στη Ρώμη, με σκοπό να συναντήσει τον αυτοκράτορα Τιβέριο που έπασχε από μία ανίατη ασθένεια. Όταν ο αυτοκράτορας αντίκρισε το Μανδήλιο, έπεσε στο έδαφος, προσκύνησε το Πρόσωπο του Χριστού και θεραπεύτηκε από την ασθένειά του.
9. Ο Ernst von Doschutz, ο οποίος εξέδωσε το έργο το 1899 βάσει 68 χειρογράφων, διατύπωσε την άποψη ότι συνετέθη περί το 600 μ.Χ. Βλ. Dobschutz, Christusbilder, σ. 276. Νεότεροι μελετητές το χρονολογούν μεταξύ 7ου και 8ου αιώνα. Το αρχαιότερο χειρόγραφο του έργου χρονολογείται στον 8ο αιώνα και βρίσκεται στη Lucca της Ιταλίας (Biblioteca Capitolare Feliniana, κώδ. 490).
10. «The miracle in the previous year was performed by the Bishop of Petra. It is well known that there is a handkerchief of Saint Veronica in Europe , at the Vatican , I believe; but perhaps it may not be known that the Greeks suppose that they possess this same handkerchief. It is this that the bishop took into the Sepulchre, within a silver case, and laid on the couch of the Sepulchre. On this the fire collected, and then, by picking it up by its four corners, the fire was in a bag, and could be ladled or poured into the goblet» (C. Warren, Underground Jerusalem, p. 436).
|